Το Ολυμπιακό Ιδεώδες και ο Δρόμος της Δόξας από την αρχαιότητα στο 2004.

Ένα ιστορικό οδοιπορικό, αυτή η εργασία, με το βλέμμα μας γαντζωμένο σ’ ένα σύμβολο που από χέρι σε χέρι ανατρέχει μέσα στους αιώνες, για να φτάσει ξανά στο μπράτσο της Ελλάδας, εκείνο που πρωτο-ύψωσε τον αναμμένο, από Ολυμπιακή Φωτιά δαυλό. Αυτή η ίδια άσβεστη φλόγα, που έκαιγε ολημερίς και ολονυχτίς σε κάθε σπίτι, προσφορά στην Εστία, θεά ειρηνική, συμβόλιζε τόσο την Γνώση και την Δύναμη του ανθρώπου καθώς και την ομόνοια και συνεργασία μεταξύ των λαών.

Με οδηγό και φάρο αυτή τη φλόγα, ως μια λαμπαδηδρομία, επιχειρούμε ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο των αθάνατων Θεών, το δρόμο των ημίθεων (ανθρώπων-αγωνιστών) που αγωνίζονται να ξεκορφίσουν στα δικά τους όρια, νικώντας τον χαμηλότερο γήινο εαυτό τους: «Ταχύτερα – Ψηλότερα – Δυνατότερα», (Citius- Altius-Fortius το νέο Ολυμπιακό ρητό του 1896). Έτσι τα «Ολύμπια» δεν ήταν αγώνες ανταγωνισμού αλλά άθλοι με μία εσωτερική συνοχή και έναν ανώτερο σκοπό. Μία τελετή προσφοράς και θυσίας στους Θεούς τους.

Είναι γνωστό πως για κάθε αρχαιοελληνικό ναό, υπήρχε μία (τουλάχιστον) σχετική παράδοση που εξηγούσε πως ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ιερός, ήταν ένας τόπος δύναμης, ένα από τα σημεία της Γης που είχε αγγίξει κάποιο από τα δάκτυλα του Ουρανού, αφήνοντας πάνω της, το ενεργειακό του αποτύπωμα.

Ολόκληρη η κοινωνική ζωή ως μία μεγέθυνση και προέκταση των ατομικών αξιών, αποτελούσε την αντιγραφή ενός κοσμογονικού μοντέλου, το οποίο εγγράψανε στη Γη της Ολυμπίας, κάνοντας έτσι μία ιερή γεω-γραφία.

Ο κόσμος, για τους αρχαίους σοφούς, είναι «χτισμένος» σε τρία παράλληλα επίπεδα-κόσμους που όμως ο ένας συνδέεται με τον άλλο. Τρεις Γαίες, μία φυσική, μία ψυχική και μία νοητή, καθώς και τρεις ανάλογοι Ουρανοί, σαν τρεις κύκλοι τοποθετημένοι πάνω σ’ έναν κώνο με κοινό κέντρο-άξονα, ή σαν μία αλυσίδα με τρεις συνδεδεμένους κρίκους.

Αυτήν την τριπλή, σε μία μυστικιστική ένωση υπόσταση, την ονόμασαν με μία λέξη, Ολυμπία!

Οι απαρχές της Ολυμπίας σαν λατρευτικό κέντρο δεν είναι γνωστές. Οι παλιότερες ενδείξεις για ανθρώπινη παρουσία στο χώρο σύμφωνα με τις αρχαιολογικές ανασκαφές, ανάγονται περίπου στα μέσα της 3ης π.Χ. χιλιετίας. Γύρω στο 2.000 π.Χ. η περιοχή είχε εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους και ξανακατοικήθηκε 1.000 χρόνια μετά. Τον 9ο π.Χ. αιώνα, η Ολυμπία ήταν ήδη ένας ιερός τόπος που προσέλκυε πλήθος προσκυνητών, κάτι που μαρτυρεί ο μεγάλος αριθμός αναθημάτων που βρέθηκαν από την εποχή εκείνη.

Υπάρχουν διάφοροι και διαφορετικοί μύθοι για την ίδρυση των αγώνων ως λατρευτικές τελετές στους θεούς τους, οι οποίοι κατά βάθος δεν αποτελούν αντιθέσεις αλλά συμπληρωματικά δρώμενα μίας απόκρυφης και συμβολικής ιστορίας, δηλ. της Μυθολογίας. Κάθε αρχαίος κοσμογονικός Μύθος, κρύβει με αλληγορικό και συμβολικό τρόπο, από τους επιφανειακούς παρατηρητές, από τους μη αγωνιστές, την Ουσία του. «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί», η Φύση αγαπά να κρύβεται όπως μας λέει ο Ηράκλειτος, κρατώντας έτσι την Αλήθεια, ερμητικά κλειστή, σαν το πολυτιμότερο αγαθό, για να αποκαλυφθεί μονάχα στις καρδιές εκείνων που ακολουθούν τον προσωπικό τους Μύθο, εκείνων που ενσαρκώνουν τον πρωταρχικό κοσμογονικό Μύθο. Αυτοί οι άνθρωποι ονομάζονταν Αθλητές, Αγωνιστές, όχι μόνο την ώρα του αγώνα στο στάδιο, αλλά όλη τους η ζωή ήταν ένας μεγάλος αγώνας γεμάτη με άθλους και νίκες.

Οι πρώτοι που φαίνεται να κατοίκησαν στην Ηλεία, ήταν οι Πελασγοί, οι οποίοι ονομάζονταν στην περιοχή αυτή Επειοί. Αργότερα αυτοί υποτάχτηκαν στους Αχαιούς, και στη συνέχεια η παράδοση των Αχαιών της Ηλείας, αναμιγνύεται (από το κύμα αργείων Αχαιών, που έφτασε στην περιοχή από την Αργολίδα) με στοιχεία της Κρητικής παράδοσης. Έτσι με βάση τον σχετικό μύθο, οι πέντε Ιδαίοι Δάκτυλοι (από την Ίδη της Κρήτης) ή Κουρήτες, με επικεφαλής τον Ηρακλή, τον μεγαλύτερο από τα πέντε αδέρφια (όχι ο συνώνυμος γνωστός Ήρωας), ήρθαν ως εδώ την Ολυμπία, κουβαλώντας το μικρό βρέφος Δία που παρέλαβαν από την μητέρα του Ρέα, προκειμένου να γλιτώσει από το αδηφάγο στόμα του Κρόνου. Έτσι ιδρύσανε βωμό κάτω από τον Κρόνιο λόφο, για την προφύλαξη του θείου βρέφους. Κατόπιν, για να γιορταστεί το γεγονός, ο Ηρακλής, προέτρεψε τους αδερφούς του σε παιχνίδι-αγώνα δρόμου ταχύτητας και μετά στεφάνωσε το νικητή μ’ ένα κλωνάρι αγριελιάς. Το γεγονός αυτό, θα αποτελέσει στη συνέχεια έναν θεσμό, μία παράδοση για τους ανθρώπους, τελώντας τον ίδιο αγώνα, κάθε τέσσερα χρόνια, στην αρχή δηλαδή κάθε πέμπτου χρόνου, επειδή πέντε ήταν οι Δάκτυλοι.

Έτσι έχουν τα γεγονότα όσον αφορά το μύθο, αλλά επειδή όπως προαναφέραμε, οι μύθοι μιλούν με μία συμβολική, γεμάτη νοήματα, γλώσσα. Ουσιαστικά δηλαδή, οι Κουρήτες ως Ιερείς-Μυσταγωγοί εισάγουν στην περιοχή τη λατρεία του νέου Κοσμοκράτορα θεού Δία, που νίκησε σε πάλη τον προκάτοχο της περιοχής, τον Κρόνο. Μαζί με τη λατρεία του Δία φέρανε και την λατρεία της Ήρας, χτίζοντας ένα νέο βωμό κοντά στον αρχαίο βωμό της Γαίας.

Εκεί, δίπλα σ’ ένα σκοτεινό χάσμα, το παλιό μαντικό χάσμα των Επειών, όπου οι Ιερείς-Μάντεις με την μυστικιστική φωτιά που έκαιγε συνέχεια, διατηρούσαν την επικοινωνία με τον Πατέρα τους Ουρανό, διαμέσου της Μητέρας τους Γαίας, της οποίας την καρδιά άκουγαν μέσα απ’ αυτό το σκοτεινό χάσμα, να χτυπά στο ρυθμό του Κυρίου και Συζύγου της.

Από αυτό το χάσμα, σύμφωνα με τον μύθο, τα νερά του κατακλυσμού (στον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα) πλημμύρισαν την περιοχή, πνίγοντας έτσι τις κακίες των προηγούμενων ανθρώπων, για να προσφέρει στη συνέχεια, αυτή η ίδια αλλά και πάντα ανανεωμένη Γαία, ένα υγιή και καθαρό πρόσωπο στη νέα ανθρωπότητα. Έτσι κάθε 4 χρόνια, τελούσαν αγώνες γιορτάζοντας τον θρίαμβο του νέου θεού Δία.

Κατόπιν, η παράδοση της ίδρυσης των αγώνων γίνεται δωρική, στις αρχές της 1ης χιλιετίας περίπου, με την κάθοδο των Δωριέων στην περιοχή. Σύμφωνα μ’ αυτή την εκδοχή, αυτός που θεμελίωσε αυτούς τους αγώνες ήταν ο Αέθλιος (όνομα που προέρχεται από την λέξη άθλος), εγγονός του Θεσσαλού Δευκαλίωνα και πρώτος βασιλιάς της Ηλείας. Ο διάδοχός του, ο Ενδυμίων, έβαλε σε αγώνα δρόμου τα τρία του παιδιά, απ’ όπου ο νικητής θα στεφόταν επίσημος διάδοχος του θρόνου.

Όμως, η κυρίαρχη μυθική παράδοση, για την ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων όλων των Δωριέων της Πελοποννήσου, και όχι μόνο αυτών της Ηλείας, αποτελεί αυτή η σχετική με τον Οινόμαο και τον Πέλοπα. Ο Οινόμαος ήταν βασιλιάς της Πίσας. Έτσι ονομαζόταν η περιοχή γύρω από την Ολυμπία. Είχε δοθεί στον Οινόμαο ένας χρησμός σύμφωνα με τον οποίο κάποιος, από τους μνηστήρες της όμορφης κόρης του Ιπποδάμειας, θα σκότωνε τον ίδιο, και θα γινόταν εκείνος βασιλιάς της Πίσας. Έτσι, ο Οινόμαος ανήγγειλε πως θα έδινε την κόρη του, σ’ όποιον νικούσε τον ίδιο τον βασιλιά σε αγώνα τεθρίππων (αρματοδρομία με άρματα τεσσάρων αλόγων). Με τα άλογα που ο ίδιος είχε, δώρο από τον πολεμικό θεό Άρη, θεωρούσε τον εαυτό του σίγουρο νικητή, άρα, κανένας δε θα τολμούσε να παραβγεί τα θεϊκά του άλογα. Έτσι απέκλειε την υλοποίηση του χρησμού. Όσοι τόλμησαν να ανταγωνιστούν το άρμα του Οινόμαου με τα θεϊκά άλογα, έχασαν το κεφάλι τους. Ο Πέλοπας, γιος του Τάνταλου, έχοντας την εύνοια του θεού Ποσειδώνα, με τα φτερωτά του άλογα, δώρο του θεού, νίκησε στον αγώνα τον Οινόμαο. Όμως, σύμφωνα με μία δεύτερη και περισσότερο γνωστή εκδοχή, ο Πέλοπας χρησιμοποίησε δόλο στον αγώνα για να νικήσει. Ο αγώνας με αφετηρία την Ολυμπία και διασχίζοντας το κέντρο της Πελοποννήσου τερμάτιζε στον ισθμό.

‘Έτσι, νικητής του αγώνα και με σύζυγο την Ιπποδάμεια, ο Πέλοπας, γίνεται βασιλιάς της Πίσας και στη συνέχεια, γίνεται γενάρχης ολόκληρης της χώρας, εφόσον η νίκη του αυτή γίνεται σύμβολο, στεφάνι ένωσης όλων των Δωρικών βασιλικών οίκων, απ’ όπου όλη η χώρα παίρνει τ’ όνομά του : Πελοπόννησος.

Αυτός ο αγώνας με τη νίκη του Πέλοπα, αποτελεί στη συνέχεια το ηρωικό μοντέλο ζωής των ανθρώπων, καθώς, με την καθιέρωση των Ολυμπιακών αγώνων, κάθε αγωνιστής, καλείται ν’ αδράξει την ευκαιρία του αγώνα για να ταυτιστεί με τον ίδιο ήρωα, τον Πέλοπα, επαναλαμβάνοντας και ενσαρκώνοντας τώρα, ο κάθε νικητής, εκείνον τον πρωταρχικό Αγώνα-Μύθο. Έτσι, εκείνη η μυθική πράξη, δε στέκει στο παρελθόν, μακριά από τους απογόνους, αλλά αυτοί οι αγώνες αποτελούν πράξη ανανέωσης του Μύθου, ο οποίος σφύζει από ζωή μέσα στην καρδιά και στο αίμα του κάθε αθλητή και αγωνιστή ανθρώπου.

Υπάρχει άλλος ένας Δωρικός μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο Ηρακλής (τώρα ο γνωστός μας ημίθεος) είναι αυτός ο οποίος θέσπισε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Όταν νίκησε τον Αυγεία στην Ηλεία, ήρθε εδώ στην Ολυμπία λέγοντας: «Δεν μπορεί παρά η εξαίσια αυτή περιοχή να ανήκει στον κορυφαίο των θεών. Στον πατέρα μου τον Δία.» Κατόπιν καθόρισε σε ποιο σημείο της Ιερής Άλτις θα λατρεύονται οι θεοί καθώς και το χώρο όπου θα τελούνται οι αγώνες. Πιο έξω, ως τον Αλφειό, όρισε τον χώρο κατοικίας αγωνιστών και προσκυνητών, ενώ ο λόφος που στέκει μόνος και δεσπόζει στην κοιλάδα της Ολυμπίας, θα είναι αφιερωμένος στον πατέρα των θεών Κρόνο. Μετά τέλεσε ευχαριστήριους στους θεούς αγώνες. Στεφάνωσε το νικητή με «κότινο» (κλαδί αγριελιάς), και επίσης, συνεχίζοντας το μύθο, ο ίδιος ο Ηρακλής φύτεψε την αγριελιά απ’ όπου στεφανώνανε τους επόμενους νικητές.

Με βάση αυτήν την παράδοση, αν και μεταγενέστερη, θεωρείται πως ο Ηρακλής στάθηκε ένας από τους ανανεωτές αυτού του θεσμού, ο οποίος είχε εξασθενίσει. Ας σημειώσουμε πως από την γενιά της μητέρας του Αλκμήνης, ο Ηρακλής είναι απόγονος του Πέλοπα και μάλιστα ιδρυτής του τάφου του μέσα στην ιερή Άλτι.

Φεύγοντας από τα πλαίσια του μύθου, ερχόμενοι προς την ιστορική περίοδο και με βάση το χρονικό του Ιππία (4ο π.Χ. αι.) από την Ήλιδα, αναφέρεται ιδιαίτερα το όνομα του Ίφιτου, βασιλιά της Ηλείας, ο οποίος θέσπισε τους αγώνες σύμφωνα με τον δελφικό χρησμό. Δηλαδή, έναν αιώνα πριν από την πρώτη ιστορική καταγραφή Ολυμπιονίκη, του Κόροιβου από την Ηλεία, ο οποίος νίκησε σε δρόμο ταχύτητας το έτος 776 π.Χ.

Ο Ίφιτος ως εκπρόσωπος του Αιτωλικού Δωρισμού της Ηλείας, ακολουθώντας εντολή του Απολλώνιου Ιερού των Δελφών, έκανε γραπτή συμφωνία με τον Λυκούργο της Σπάρτης, εκπρόσωπο του άλλου κύματος των Δωριέων, και με τον Κλεοσθένη της Πίσας, που αντιπροσώπευε τους Αχαιούς της χερσονήσου. Η συμφωνία αυτή περιλάμβανε τον σημαντικό όρο, ότι κατά την διάρκεια ιερομηνίας των λατρευτικών εορτών-τελετών (οι οποίοι άρχιζαν στην 1η πανσέληνο μετά το θερινό Ηλιοστάσιο, Ιούλιο με Αύγουστο), θα έπρεπε να επικρατεί εκεχειρία σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Δηλαδή το σταμάτημα κάθε εχθροπραξίας, μία υποχρεωτική ειρήνευση σε όλους τους κατοίκους τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Αυτή η συμφωνία, η λεγόμενη «εκεχειρία του Ιφίτου» χαράχτηκε σε χάλκινο δίσκο και τοποθετήθηκε στο Ηραίο (ιερό της Ήρας) και πριν την έναρξη των τελετών-αγώνων, οι κήρυκες (ονομαζόμενοι «σπονδοφόροι») διαλαλούσαν σε όλη τη χώρα στην «εκεχειρία του Ιφίτου» υπενθυμίζοντας την ιερή αυτή συμφωνία που όμως δεν ίσχυσε πάντοτε. Το 364 π.Χ., στην εκατοστή τέταρτη Ολυμπιάδα, όπου κατά την διάρκεια των αγώνων, μέσα στον ιερό χώρο, έγιναν σφαγές στη μάχη μεταξύ των Ηλείων με τους Αρκάδες. Αρκετές απ’ αυτές τις μάχες παρακολούθησαν οι θεατές που παρευρίσκονταν εκεί λόγω των αγώνων.

Γενικά είναι αποδεκτό ότι οι ολυμπιακοί αγώνες τελούνταν τουλάχιστον 500 χρόνια πριν από αυτήν του 776 π.Χ. που ιστορικά τοποθετείται ως η πρώτη. Σ’ εκείνη λοιπόν την Ολυμπιάδα είχε πραγματοποιηθεί μονάχα ένα αγώνισμα, το στάδιο (192 μέτρα περίπου). Αργότερα προστέθηκαν και άλλα αγωνίσματα. Το 724 π.Χ. ο δίαυλος (δρόμος 2 σταδίων), το 720 π.Χ. ο δόλιχος (δρόμος 24 σταδίων). Το πένταθλο (άλμα, δίσκος, ακόντιο, δρόμος και πάλη) προστέθηκε το 708 π.Χ. Αργότερα συμπεριλάβανε στους αγώνες την πυγμαχία, αγώνες τεθρίππων (αρματοδρομίες, άρματα με 4 άλογα), το παγκράτιο (μίγμα πάλης & πυγμαχίας), οπλιτοδρομία, και τέλος, αγώνες κηρύκων και σαλπιγκτών .

Με αφορμή αυτούς τους αγώνες, η Ολυμπία σαν ένα διεθνές πολιτιστικό κέντρο που είχε γίνει με την πάροδο των χρόνων, συγκέντρωνε πλήθος κόσμου. Έλληνες και ξένοι ποιητές, φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, ιστορικοί, πολιτικοί, βασιλιάδες κ.α., έρχονταν ως εδώ για να παραστούν τόσο στις τελετές και στους αγώνες, καθώς και για να συμμετέχουν σε κάθε είδους ανταλλαγή, από ιδέες ως προϊόντα παραγωγής.

Μέχρι την 77η Ολυμπιάδα (472 π.Χ.) όλα τ’ αγωνίσματα τελούνταν σε μία μέρα, όμως με την αύξηση των αγωνισμάτων, που στους κλασικούς χρόνους έφταναν τα 18 αγωνίσματα, ο χρονική διάρκεια των αγώνων αυξήθηκε σε 5 ημέρες.

Την πρώτη ημέρα γίνονταν οι διάφορες προετοιμασίες των τελετών και οι προσφορές στους Θεούς. Κατόπιν οι αθλητές -παρουσία του *Ολυμπιακού Θρησκευτικού Συμβουλίου- ορκίζονταν στον Όρκιο Δία, τον Θεό ρυθμιστή της φυσικής και ηθικής τάξης του Κόσμου, πως θα τηρήσουν στους αγώνες τις εντολές της αγωνιστικής ηθικής. Εντολές που είχαν διδαχθεί στην Ολυμπία από πριν, εφόσον ήταν υποχρεωμένοι να παρευρίσκονται εκεί, ένα μήνα πριν την έναρξη των αγώνων.
Την τελευταία ημέρα γίνονταν η επινίκια γιορτή, όπου γιορτάζονταν οι νικητές καθώς και το νικηφόρο Ολυμπιακό Πνεύμα. Έτσι οι καθαυτοί αγώνες, διαρκούσαν τρεις ημέρες.

Στους αγώνες συμμετείχαν μόνο οι γνήσιοι και ελεύθεροι Έλληνες που διατηρούσαν τα πολιτικά τους δικαιώματα, κάτι που σημαίνει πως δεν είχαν διαπράξει φόνους ή άλλα βαριά εγκλήματα, και οι οποίοι έπρεπε να προπονούνταν τουλάχιστον 10 μήνες (στα αθλήματα που θα λάβαιναν μέρος). Για όλα αυτά ορκίζονταν, μπροστά στον Όρκιο Δία.

Το Θρησκευτικό Ολυμπιακό Συμβούλιο, το αποτελούσαν οι Ιερείς καθώς και αιρετά μέλη της Ολυμπιακής Βουλής, τα οποία εκλέγονταν ως επόπτες και κριτές των αγώνων, και είναι γνωστοί με τ’ όνομα «Ελλανοδίκαι«.

Στο μηνιαίο χρονικό διάστημα παραμονής τους στην Ολυμπία, είχαν μία ειδική εκπαίδευση όπου ενεργοποιούνταν τα ηθικά και ψυχολογικά στοιχεία των αθλητών, χωρίς τα οποία, ο κάθε άνθρωπος είναι ελλιπής. Μόνο με την σωματική άσκηση, και χωρίς την καλλιέργεια των ψυχονοητικών του φορέων, ο άνθρωπος γίνεται «ρηχός» και κτηνώδης, όπου δύσκολα ελέγχει την σωματική του υπεροχή, ισχύοντας έτσι το «δίκαιο του ισχυροτέρου».

Οι αθλητές διδάσκονταν λοιπόν, μία Αγωνιστική Ηθική, θεμελιωμένη από τις Αρετές της Ανδρείας και της Σωφροσύνης, ενώ τις αρετές της Σοφίας και της Δικαιοσύνης, επιτελούσαν οι Ιερείς και οι Ελλανοδίκαι αντίστοιχα. Όλες οι Αρετές μαζί, ενώνονται στην Ιδέα του Αγαθού, που σαν χρυσό στεφάνι, στέκει στην κορφή και τις φωτίζει.

Κάθε Αρετή, σαν ένας διπλός πέλεκυς, έχει μία διπλή λειτουργία, μία εσωτερική, για την ατομική διαμόρφωση του χαρακτήρα, και μία εξωτερική, για την κοινωνική καταξίωση του ατόμου και την συνεισφορά του στο κοινωνικο-πολιτικό «Γίγνεσθαι».

Η Ανδρεία λοιπόν, είναι εκείνη η Αρετή με την οποία εξοπλίζονταν ο κάθε αθλητής κατάλληλα, ώστε από την μια (την εσωτερική), να δείξει πρώτα απ’ όλα ένα θάρρος ειλικρίνειας με τον εαυτό του για ν’ αναγνωρίσει, και κατόπιν αγωνιζόμενος, ν’ αντιμετωπίσει με σθένος τις φοβίες του, τις α-σθένειες και τα πάθη της δικής του προσωπικότητας και τέλος να κυριεύσει τον μεγαλύτερο εσωτερικό του αντίπαλο, τον δικό του Εγωισμό. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του κάθε αγωνιστή-ανθρώπου.

«Αυτός που νικά τους άλλους είναι δυνατός.
Όποιος όμως νικά τον εαυτό του, είναι αληθινά πανίσχυρος».
-ΖΕΝ-

Από την άλλη, την εξωτερική-κοινωνική κόψη του Πέλεκυ, είναι η Αρετή εκείνη που εξοπλίζει το άτομο με θάρρος, για να έχει μία ενεργητική και θετική στάση, να μη φοβάται την προσπάθεια, ώστε να καταφέρει «τα βγάλει πέρα» στη ζωή. Να μην δειλιάζει στις δυσκολίες, αλλά απεναντίας να τρέφεται και να μεγαλώνει απ’ αυτές. Αυτοί οι άνθρωποι, είναι που στέφονταν με «κότινο», όντας νικητές στον Αγώνα αλλά και στην ίδια τη Ζωή.

‘Όσοι από τους αθλητές παραβίαζαν τον όρκο τους, δηλαδή δείλιαζαν στον αγώνα, εκβίαζαν ή εξαγόραζαν τον αντίπαλο, η Ολυμπιακή Βουλή επέβαλε χρηματικό πρόστιμο, στους μεν και στους δε, καθώς και στην πολιτεία απ’ όπου προέρχονταν. Τέτοια πρόστιμα επιβλήθηκαν σε αρκετούς, τα οποία χρηματοδότησαν την κατασκευή μιας ολόκληρης σειράς από χάλκινα αγάλματα του Δία, τα οποία τοποθετήθηκαν μπροστά στην είσοδο του σταδίου για να υπενθυμίζουν το ήθος των αγωνιστών. Αυτά τα αγάλματα ονομάζονταν «Ζάνες» ( Ζευς-Δίας).

Έτσι βλέπουμε ότι η Αρετή της Ανδρείας, συμπληρώνεται απ’ αυτήν της Σωφροσύνης, την ταπεινοφροσύνη της καρδιάς. Χωρίς αυτήν, το άτομο-αθλητής, κυριεύεται από την δίψα για προσωπική δύναμη (το δίκαιο του ισχυροτέρου) και αυτό το αλόγιστο πάθος, ο εγωισμός που τον κυριεύει, γίνεται η μεγαλύτερη αδυναμία του. Η μανία για προσωπική δόξα, η φιλοδοξία που τον διακατέχει, τον τυφλώνει, οδηγώντας τον στην επιθετική ορμή κατά του αντιπάλου. Έτσι, εφόσον γίνεται δειλός στο ν’ αντιμετωπίσει τον δικό του εαυτό, επιτίθεται στους άλλους, οι οποίοι του φαίνονται εχθρικοί, είναι να «βλέπει ως φίδια, τα σχοινιά που κρέμονται». Ξέχασε τον σκοπό του Αγώνα, την Δόξα του Αξιότερου. Το να εκδηλώσει δηλαδή σ’ αυτόν τον αγώνα -ως προσφορά στο Θείο Ολυμπιακό Πνεύμα- τον ψηλότερο, καλύτερο και ιδανικότερο Εαυτό του.

Ένα ιστορικό ανέκδοτο λέει πως όταν κάποιος ρώτησε γιατί οι Σπαρτιάτες δεν αφιέρωναν στους θεούς τα λάφυρα των εχθρών τους, κάποιος άλλος απάντησε: «Γιατί είναι λάφυρα τα οποία κυριεύσαμε από δειλούς ανθρώπους».

Αυτό το αγωνιστικό πνεύμα, αυτήν την αγάπη στην υπεροχή του καλύτερου, την ονόμασαν Ευγενή άμιλλα. Μέσα από αυτήν την Ευ-γενή στάση του ανθρώπου, υπενθυμίζεται στις συνειδήσεις όλων, το Καλό (ευ) Γένος κάποιων ανθρώπων. Έτσι, το Ολυμπιακό Αγωνιστικό Πνεύμα δεν αποτελεί απλά και μόνο μία ζωντανή υπενθύμιση αυτού του Καλού Γένους, αλλά σαν ερωτική τελετή, συντελεί στην γονιμοποίηση νέων Ευγενικών Ψυχών. Σα να λέμε ότι, οι άνθρωποι-Αγωνιστές, αποτελούν μία ειδική φυλή, μία άλλη «πάστα» ανθρώπων, τη ράτσα των Υπεράνθρωπων.

Ανδρεία και Σωφροσύνη ενώνονται στην αρχαία εντολή: «μηδέν άγαν» (τίποτε σε υπερβολή). Η Αγωνιστική Ηθική λοιπόν, είναι η πορεία εκείνη του ανθρώπου που ακολουθεί τη «μέση οδό». Η «Μέση Οδός«, δεν είναι ο δρόμος της μετριότητας, απεναντίας μάλιστα, είναι να προχωράς σε σταθερή πορεία πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Είναι ο δρόμος της υπέρβασης των αντίρροπων δυνάμεων (καλού-κακού), της εξάλειψης των άκρων και των υπερβολών.

«Όταν δεν υπάρχει ούτε η μία ούτε η άλλη πλευρά, δεν υπάρχει ούτε η μέση. Αυτός είναι ο μεσαίος δρόμος».
-ΖΕΝ-

Είναι η μυστική πορεία του Ανθρώπου-Πολεμιστή. Διαμέσου και μόνον αυτής της αθλητικής οδού, στο Ιδεώδες του Ολυμπισμού, ο άνθρωπος ενσαρκώνει, ως μικρογραφία της κοσμικής ζωής και στον δικό του στίβο-ζωή, τις κοσμικές δυνάμεις που δονούν μέσα του, εκτελώντας έτσι τον πραγματικό (τριπλό) σκοπό της ύπαρξή του, την ατομική και κοινωνική αυτοπραγμάτωση και τέλος, την ενσωμάτωσή του στο Όλο.

Σε τέτοια δραστηριότητα δεν αποκλείονταν οι γυναίκες. Εμπνεύστρια των γυναικείων αγώνων αποτέλεσε η όμορφη παρθένα και σύζυγος του Πέλοπα, Ιπποδάμεια. Καθιερώθηκαν έτσι τα Ηραία, αγώνες δρόμου του ενός σταδίου (192 μ.), προς τιμή της μεγάλης θεάς Μητέρας Ήρα, όπου συμμετείχαν παρθένες αθλήτριες. Αυτοί οι αγώνες ήταν περισσότερο τοπικοί αγώνες και με συμβολικό χαρακτήρα.

Οι παντρεμένες όχι μόνο δεν συμμετείχαν ενεργητικά στους αγώνες, αλλά δεν επιτρέπονταν ούτε καν να παρακολουθούν τους αγώνες ως θεατές. Η μόνη γυναικεία μορφή, εκτός από τις παρθένες, που παρευρίσκονταν στο στάδιο στη διάρκεια των αγώνων, ήταν μία γερόντισσα, Ιέρεια της Ήρας, που κάθονταν σε τιμητική θέση απέναντι από τα καθίσματα των Ελλανοδίκων. Είναι η μυστική αποστολή της γυναίκας ως Κόρη, ως Μάνα και ως Ιέρεια. Όπως η μεγάλη Μητέρα Γη, γεννά μέσα από τα σπλάχνα της τα όντα που κατοικούν πάνω στο σώμα της και επιστρέφουν ξανά σ’ αυτήν μόλις συμπληρώσουν τον κύκλο της επίγειας ζωής τους, έτσι και η μάνα των ανθρώπων γεννά τα παιδιά, τα τρέφει, τα μεγαλώνει, μέχρι τη στιγμή που αυτά θ’ αναζητήσουν τον κόσμο πέρα από την αγκαλιά της, να βρουν το δρόμο τους, να δοκιμάσουν και να δοκιμαστούν στην αρένα της ζωής, για να γυρίσουν ξανά σ’ αυτή την αγκαλιά, έχοντας τώρα πια, τελειωμένη τη μορφή του αγωνιστή, του άνδρα. Έτσι και στους Ολυμπιακούς αγώνες, η μάνα αποχαιρετά το παιδί της στο σπίτι όπου και προσμένει την επιστροφή του.

Έτσι βλέπουμε κάθε αγωνιστής και αγωνίστρια, έμπαινε στο στίβο της ζωής και άρχιζε το ρόλο του, την εκτέλεση της αποστολής του με βάση το φύλο στο οποίο ανήκε.

Την ώρα της στεφάνωσης των Ολυμπιονικών, που ήταν μία ιερή στιγμή, ένα πραγματικό θρησκευτικό μυστήριο, κάθε νικητής συγκέντρωνε τον ιδανικό στόχο της αγωνιστικής ζωής. Μέσα σ’ ένα μεθυστικό κλίμα χαράς, ο νικητής λούζονταν από λουλούδια και φύλλα που έριχνε το πλήθος πάνω του και τον χαιρετούσε με την γνωστή φράση του ποιητή Αρχιλόχου: «τήνελλα, καλλίνικε!». Με τέτοια νοοτροπία, στους αγώνες αυτούς ποτέ δεν υπήρχαν χαμένοι, αλλά όλοι οι αγωνιζόμενοι ενώνονταν στη νίκη του ενός και καλύτερου, ο οποίος όφειλε τη νίκη του και σ’ αυτούς που τον ανταγωνίστηκαν. Έτσι και στη ζωή ο άνθρωπος αγωνιστής υπερβαίνει τα εμπόδια που του παρουσιάζονται στο δρόμο και τα χρησιμοποιεί ως σκαλοπάτια που στηρίζουν την αναβατική του πορεία που οδηγεί ψηλά, εκεί στο κατοικιτήριο των θεών, τον «Όλυμπο».

Όπως κάθε τι υπαρκτό κάποια στιγμή παρεκτρέπεται από την αρχική του πορεία, έτσι και με τους Ολυμπιακούς αγώνες. Το πρωταρχικό πνεύμα, η ευγενής άμιλλα, το στεφάνι αγριελιάς, αποχωρούν, και ο αθλητισμός (από το αθλεύω, μάχομαι) χάνει όλα αυτά τα στοιχεία.

Διάφορες αναφορές ιστορικών και φιλοσόφων (μεταξύ αυτών ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Γαληνός, ο Αθήναιος, ο Πλάτων,ο Αριστοτέλης κ.ά. που μας δείχνουν αυτήν την κατάντια του αθλητισμού στην αρχαία κιόλας εποχή) μιλούν για την υπερβολική προσοχή (εκ μέρους των αθλητών) στη διατροφή και στην προπόνησή τους. Ο Πλούταρχος αποκαλεί αθλητική φιλοσοφία τη δίαιτα των αθλητών, οι οποίοι τρέφονταν γενναία! Ο Σόλωνας μείωσε τις απολαβές των αθλητών που είχαν φτάσει σε μία υπερβολή και οι οποίοι (αθλητές) δεν αγωνίζονταν πλέον μόνο για τον κότινο.

Ο Ολυμπιονίκης, πέρα από το κότινο στεφάνι, είχε τιμητική θέση σε όλες τις επίσημες δραστηριότητες της πολιτείας αλλά και σε θρησκευτικές τελετές. Είχε εφ’ όρου ζωής, δωρεάν διατροφή, είσοδο στους αγώνες και στα θέατρα, απαλλάσσονταν από τους φόρους αλλά και από κάθε άλλου είδους υποχρεωτικές παροχές και λειτουργίες προς την πόλη. Πέρα από αυτά, έξτρα και διαφορετικές αμοιβές είχαν ανάλογα με την πολιτεία στην οποία και ζούσαν.

Βλέπουμε δηλ. μία μετατροπή του ερασιτεχνικού σε επαγγελματικό αθλητισμό όπως και σήμερα. Ο Ισοκράτης αναρωτιέται γιατί βραβεύονται εκείνοι που υπερέχουν σε σωματικές δυνάμεις, ενώ περιφρονούνται όσοι κοπιάζουν και θυσιάζονται για το κοινό καλό; Ο Ξενοφάνης, στο ζενίθ του Ολυμπισμού, διερωτάται «τι προσφέρει άραγε στην πόλη εκείνος που τρέχει γρήγορα στις όχθες του Αλφειού, ή παλεύει, ή δίνει γρονθοκοπήματα; Πως είναι λοιπόν δίκαιο να προτιμάμε τη σωματική δύναμη από την σεμνή και άξια σοφία;» Ο Ευριπίδης, αυτός που ήταν περισσότερο κατά, αυτού του αθλητισμού, λέει: «κακών όντων μυρίων καθ’ Ελλάδα ουδέν κάκιο εστί αθλητών γένους».

Ο Κολοφώνιος Ξενοφάνης (Ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής), κατηγορούσε τις πολιτείες που υπερέβαλαν στην υποδοχή των πρωταθλητών κατά την επιστροφή τους, όπου κάνανε το συμβολικό γκρέμισμα των τοιχών της πόλης ενώ παιάνες τραγουδούσαν ύμνους προς τιμήν του νικητή, τους οποίους είχαν συντάξει γνωστοί ποιητές (όπως ο Πίνδαρος και ο Σιμωνίδης) κατόπιν αμοιβής.

Ο Παυσανίας, όταν επισκέφθηκε την Ολυμπία (2ο μ.Χ. αι.) αναφέρει για τις επιγραφές που ήταν χαραγμένες στα βάθρα των αγαλμάτων του Δία. Μερικές απ’ αυτές έγραφαν: «Οι αθλητές πρέπει να φοβούνται και να μην παρανομούν». «Οι Έλληνες δεν πρέπει να δωροδοκούν για να επιτύχουν Ολυμπιακή νίκη». «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι αγώνες ικανότητας. Όχι πλούτου».

Οι τελευταίοι Ολυμπιακοί αγώνες της αρχαιότητας έγιναν το 393 μ.Χ. και στον επόμενο χρόνο, ύστερα από το Αυτοκρατορικό διάταγμα του Θεοδοσίου του Μεγάλου, λόγω του θρησκευτικού φανατισμού, καταργήθηκαν. Η Ολυμπιακή Φλόγα, μαζί με το αρχαιοελληνικό Πνεύμα, τροφός αυτού του συμβόλου, θα περάσει στην αφάνεια, αλλά δε θα σβήσει τελειωτικά. Το 395 μ.Χ., ύστερα από την εισβολή των Γότθων του Αλάριχου στην Ολυμπία, ο τόπος λεηλατήθηκε. Ιδιαίτερα καταστρεπτικοί, για ότι είχε απομείνει, ήταν οι δύο σεισμοί που υπέστη η περιοχή, το 522 ο πρώτος και το 561 μ.Χ. ο δεύτερος, όπου σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αρχαιολόγων, έπεσε στο έδαφος ο ανδριάντας του Ερμή του Πραξιτέλη.

Ύστερα από παροδικές και μη στεμμένες με επιτυχία προσπάθειες, το 1896 μ.Χ., αποτέλεσε το έτος της αναβίωσης των Ολυμπιακών αγώνων. Εμπνευσμένος από το αρχαιοελληνικό αυτό γεγονός, ο Γάλλος βαρώνος Πιέρ ντε Κουμπερντέν προτείνει (στο Διεθνές Αθλητικό Συνέδριο του Παρισιού το 1894, στο οποίο μετείχαν 79 σύνεδροι από 9 χώρες) την διεξαγωγή αθλητικών αγώνων με παγκόσμιο χαρακτήρα. Το Συνέδριο αποδέχθηκε καταφατικά την πρόταση του Γάλλου Βαρώνου, καθώς και αυτήν του έλληνα αντιπροσώπου και πρώτου προέδρου της Δ.Ο.Ε. (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή) Δ. Βικέλα, ως πρώτη διοργάνωση των αγώνων την πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνισμού, την Αθήνα. Ανακατασκευάστηκε το «καλλιμάρμαρο» Παναθηναϊκό στάδιο στα ίχνη του αρχαίου σταδίου, και επενδύθηκε (εν μέρει λόγω οικονομικών δυσχερειών) με νέο μάρμαρο. Στην Αθήνα πρωτακούστηκε ο Ολυμπιακός Ύμνος που έγραψε ο Κ. Παλαμάς και την μελοποίηση συνέθεσε ο Κερκυραίο μουσουργός Σπ. Σαμάρας ο οποίος ήρθε ειδικά στην Αθήνα, το 1896, για να διευθύνει την ορχήστρα με 200 μέλη και την χορωδία που αποτελούνταν από άλλα τόσα άτομα.

«Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψ’ εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού.

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ’ αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί.

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός,
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου,
Αρχαίο Πνεύμ’ αθάνατο, κάθε λαός.

Το Ηλιακό εκείνο σύμβολο, το Απολλώνιο Φως, μετά από έναν πραγματικά βαρύ χειμώνα 15 αιώνων που έμεινε στην αφάνεια, εμφανίζεται και πάλι στους Ολυμπιακούς του 1896 με την λαμπαδηδρομία. Το συγκεκριμένο αγώνισμα, στις αρχαίες λαμπαδηδρομίες, δεν ήταν σαν τ’ άλλα αγωνίσματα του στίβου, αλλά περισσότερο ήταν μία τελετή λατρείας των θεών. Τα «Προμήθεια» για παράδειγμα ήταν μία προσφορά στον Προμηθέα, ένα «Ευχαριστώ!» στον Τιτάνα που από αγάπη στην ανθρωπότητα, μαρτύρησε στον βράχο του Καυκάσου. Έτσι κάνανε λαμπαδηδρομίες στη διάρκεια της νύχτας με σκοπό να μεταφερθεί αυτό το «ιερό πυρ» από το ένα σημείο στο άλλο, χωρίς να σβήσει. Μία αναζωογόνηση του Μύθου και μία απόδειξη, ότι κάποιοι άνθρωποι κρατούσαν άσβεστο αυτόν τον προμηθεϊκό σπινθήρα.

Οι καιροί και τα πράγματα αλλάζουν, πρέπει ν’ αλλάζουν, όμως πρέπει και να ξαναλλάξουν σήμερα για να προσανατολιστούμε προς την σωστή κατεύθυνση. Διότι ή η πυξίδα μας έχει χαλάσει ή ο πόλος έλξης έχει αλλάξει. Στους σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες δεν κυριαρχεί εκείνο το αθλητικό ιδεώδες, αλλά το χρήμα, το μάρκετινγκ, η διαφήμιση, το θέαμα … κάτι που το διαπιστώσαμε ειδικά σ’ αυτούς του Λος Άντζελες το 1984.

Τα ανατολικά κράτη δεν συμμετείχαν, σαν αντίποινο στους αμερικανούς, οι οποίοι μαζί με άλλες χώρες δεν συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς της Μόσχας του 1980, εξ’ αιτίας της εισβολής των σοβιετικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν στις αρχές του έτους. Η εμπορευματοποίηση των αγώνων σ’ αυτούς (του Λος Άντζελες) τους αγώνες έφτασε στο αποκορύφωμα. «Εκατόν τριάντα πολυεθνικές εταιρείες, τράπεζες, ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, αεροπορικές εταιρείες, με πρώτη και καλύτερη την Coca Cola, διέθεσαν εκατοντάδες εκατομμυρίων δολαρίων για να διαφημιστούν. Η εκμετάλλευση της Ολυμπιακής Φλόγας απέφερε κέρδος 28 εκατομμυρίων δολαρίων στην οργανωτική επιτροπή. Όποιος ενδιαφερόταν να λάβει μέρος στην λαμπαδηδρομία κατέβαλλε 3.000 δολάρια το χιλιόμετρο, κάθε πολυεθνική που αναγραφόταν στον πίνακα των διαφημιζόμενων από 8 έως 13 εκατομμύρια δολάρια για την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων …».

Η τελευταία Ολυμπιάδα του 1996 και πάλι πουλήθηκε στα μεγάλα συμφέροντα αφήνοντας όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και όλους τους πραγματικούς φίλαθλους, φίλους του αγνού αθλητισμού όλης της υφηλίου, με την πίκρα στο στόμα. Άραγε μπορεί ν’ αλλάξει αυτή η πορεία και να περιμένουμε στους Ολυμπιακούς του 2004, μία θετική προς την πορεία αλλαγή, για να επιστρέψει το «Αρχαίο Πνεύμ’ Αθάνατο» όπως έγραψε ο μεγάλος ποιητής; Και το ν’ αλλάξει, δεν είναι μήπως ευθύνη όλων, τόσο των διοργανωτών, των κυβερνήσεων, των αθλητών ή και των φιλάθλων;

Οι Ιερείς του Ολυμπισμού, που στόχο είχαν να κρατήσουν την γέφυρα ένωσης θεών και ανθρώπων, αντικαταστάθηκαν από του Επίτροπους των διαφόρων σωματείων, τα οποία, σαν ένα ακόμη προϊόν, μέσα στο ευρύτερο παιχνίδι του καταναλωτισμού που κυριαρχεί σήμερα, πουλούν σ’ εκείνον που δίνει την καλύτερη προσφορά. Αν και σύμφωνα με το καταστατικό της κάθε Εθνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, σκοπός τους είναι «η διάδοση και η ανάπτυξη της Ολυμπιακής κίνησης και του ερασιτεχνικού αθλητισμού. …, οι Εθνικές Επιτροπές είναι μη κερδοσκοπικοί Οργανισμοί, αδέσμευτοι από πολιτικές κινήσεις και εμπορικές επιχειρήσεις. Τα μέλη τους πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητα άτομα και να μην υποκύπτουν σε πολιτικές, θρησκευτικές ή οικονομικές πιέσεις.»

Ο αθλητισμός, έπαψε πια να προβάλλει στο στάδιο τον ΑΝΘΡΩΠΟ ντυμένο με τις φόρμες της Αρετής, που αντικαταστήθηκαν από τα διαφημιστικά των εταιρειών. Οι αθλητές δε φορούν την φανέλα της τιμής αλλά νοικιάζουν το φυσικό ταλέντο τους, το προσφέρουν στον νέο θεό, το χρήμα. Δεν παλεύουν για την επίτευξη των αγνότερων ιδανικών και την διαμόρφωση του χαρακτήρα, δεν γίνονται καλύτεροι άνθρωποι, απλά και μόνο με το να γυμνάζουν μόνο το σώμα τους. Με γνώμονα την προσωπική δόξα και προβολή, καταφεύγουν σε ανήθικα μέσα, παίρνοντας τα γνωστά σε όλους αναβολικά (doping).

Για μία ακόμη φορά έχουμε το δίκαιο του αναξιότερου. Ίσως όλα αυτά να φαίνονται υπερβολικά, και σίγουρα, υπάρχουν πολλές εξαιρέσεις μέσα σε όλους αυτούς, οι οποίοι διαφέρουν από το κύριο χρώμα που χαρακτηρίζει σήμερα τον αθλητισμό ειδικά, και όλη τη σύγχρονη ζωή μας, γενικότερα.

Οι φίλαθλοι δεν είναι τέτοιοι, αλλά θεατές που αρκούνται στο έντονο θέαμα. Δεν ενδιαφέρονται και αυτή για την ανάδειξη του καλύτερου, αλλά με τον φανατισμό που τους τυφλώνει, καταστρέφουν τα πάντα βάζοντας φωτιά στα γήπεδα και σκοτώνοντας τον «εχθρό», οποιονδήποτε δηλ. κάθεται στην εξέδρα των αντιπάλων.

Αν θέλουμε πραγματικά ν’ αλλάξει κάτι, πρέπει ν’ αλλάξουν όλοι και όλα. Και αυτό γίνεται με το ν’ αλλάξει ο καθένας ατομικά. «Κάθε βελτίωση της κοινωνίας, αρχίζει με αυτήν του ατόμου».

Βιβλιογραφία:

«Η ΟΛΥΜΠΙΑ και οι Ολυμπιακοί Αγώνες» -του Τάκη Δημόπουλου-

«Εκατόχρονο Ολυμπιακό Ταξίδι» -του Λευτέρη Σκιαδά-

«100 ΧΡΟΝΙΑ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ» Αφιέρωμα, Περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΑ» τεύχος 336 (Ιούνιος 1996)

«Νέα Δομή» Εγκυκλοπαίδεια

«Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα» Εγκυκλοπαίδεια

There are no comments

Αφήστε μια απάντηση

Start typing and press Enter to search

Shopping Cart