Άγιος Αυγουστίνος,354-430μ.Χ.

Ο Αυρήλιος Αυγουστίνος ή Άγιος Αυγουστίνος γεννήθηκε στις 13 Νοέμβρη του 354 στην Ταγάστη της ρωμαϊκής επαρχίας της Νουμιδίας, τη σημερινή Αλγερία, από πατέρα ειδωλολάτρη τον Πατρίκιο και μητέρα χριστιανή, τη Μόνικα, που έχει ανακηρυχθεί αγία της καθολικής εκκλησίας.

Σπούδασε ρητορική στην Καρχηδόνα (371) και αργότερα (374) δίδαξε γραμματική στην πατρίδα του και ρητορική στην Καρχηδόνα (375-383), τη Ρώμη (383-384) και το Μιλάνο (384-386).

ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ:

Στην Καρχηδόνα, ενώ σπουδάζει και απολαμβάνει σαν νέος που είναι τις χαρές της ζωής, διαβάζει το βιβλίο του Κικέρωνα «Ορτένσιος», συγκλονίζεται από αυτό και ξεκινά την αναθεώρηση της ζωής του θέτοντας ως σκοπό της αναζήτηση της σοφίας. Οι πνευματικές του ενασχολήσεις δεν υπερισχύουν των κοσμικών του επιθυμιών και βιώνει για μεγάλο διάστημα τη σύγκρουση των δύο στην ψυχή του. Σε αυτή την περίοδο συνδέεται με μια εταίρα από την οποία και αποκτά ένα γιο, τον Αδεολάτο ή Αβερδάτο, που αργότερα θα βαφτιστεί και θα ονομαστεί Θεόδοτος. Παράλληλα ασπάζεται το Μανιχαϊσμό, αίρεση που πρεσβεύει την ύπαρξη δύο αρχών στο Σύμπαν του καλού και του κακού και την αντίστοιχη ύπαρξη δύο ψυχών στον άνθρωπο.

Ο Αυγουστίνος που ελπίζει να βρει απάντηση σε προβλήματα όπως η δημιουργία του κόσμου, η φύση του Θεού και του διαβόλου, η ανθρώπινη ψυχή και η εκδήλωση του Θεού στον άνθρωπο, απογοητεύεται. Μετά τη συνάντησή του με τον αρχιερέα των Μανιχαίων Φαύστο (382), εξαίρετο ρήτορα που όμως δεν κατάφερε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά του, εγκαταλείπει το Μανιχαϊσμό και φεύγει για τη Ρώμη (383).

ΡΩΜΗ:

Στη Ρώμη έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη διδασκαλία των Νεοπλατωνικών. Αρρωσταίνει όμως βαριά και επειδή οι Μανιχαίοι τον περιποιούνται πολύ αποφασίζει να διατηρήσει τους δεσμούς του μαζί τους και προσχωρεί στο σκεπτικισμό.

ΜΙΛΑΝΟ:

Στη συνέχεια πηγαίνει στο Μιλάνο (384), δουλεύει ως ρητοροδιδάσκαλος και μελετά επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τους Νεοπλατωνικούς, κυρίως Πλωτίνο και Πορφύριο, επιδράσεις των οποίων θα δούμε σε όλο το έργο και τη σκέψη του καθώς στον Νεοπλατωνισμό βρίσκει τις απαντήσεις που ψάχνει. Στο Μιλάνο γνωρίζει και έχει δάσκαλό του, τον επίσκοπο Αμβρόσιο, ο οποίος τον έφερε ξανά σε επαφή με το Χριστιανισμό. Το 387, μαζί με το γιο του και τον αδελφικό του φίλο Αλύπιο, βαφτίζεται χριστιανός και αφοσιώνεται στη μελέτη των γραφών, τη συγγραφή και την περισυλλογή. Το 388 επιστρέφει στην πατρίδα του και ζει ως μοναχός μέχρι το 395 που γίνεται επίσκοπος Ιππώνας και στρέφεται εναντίον των αιρέσεων της εποχής, συμπεριλαμβανομένου και του Μανιχαϊσμού, και αφιερώνεται στην προάσπιση της χριστιανικής πίστης.

ΘΑΝΑΤΟΣ:
Το 430, ενώ η πόλη βρίσκεται σε πολιορκία από τους Βάνδαλους, προσβάλλεται από αρρώστια και πεθαίνει. Λέγεται ότι οι εισβολείς σεβάστηκαν τα συγγράμματά του παρότι κατέκαψαν την πόλη, και αυτά απετέλεσαν το θεμέλιο για τη θεολογία της δυτικής εκκλησίας.

ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ:

Τα έργα του διακρίνονται σε αυτοβιογραφικά στα οποία ανήκουν τα 13 βιβλία των «Εξομολογήσεων», Φιλοσοφικά, όπως τα «Κατά των Ακαδημαϊκών βιβλία 3», «Μονόλογοι», Θεολογικά « Περί της αληθούς θρησκείας», «Περί της Τριάδος», Απολογητικά και Πολεμικά κατά των Εθνικών, «Περί της Πολιτείας του Θεού», «Περί της μαντείας των δαιμόνων», Πολεμικά κατά των αιρέσεων «Περί αιρέσεων» Εξηγητικά, Ηθικά «Περί της Ελεύθερης Βούλησης», Λόγοι και Επιστολές.

Στις «Εξομολογήσεις» έργο γραμμένο με ειλικρίνεια, πάθος και λυρισμό βλέπουμε τη μάχη της πνευματικής και υλικής φύσης του, αποκαλύπτονται τα έντονα βιώματα της προσωπικότητάς του, η συνεχής διόρθωση του εαυτού του και η πεποίθησή του ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να σωθεί αν το θελήσει πραγματικά και δράσει με βούληση. Παράλληλα παραθέτει σκέψεις πάνω στο χρόνο και την αιωνιότητα, το Θεό και το δημιούργημα του, τον κόσμο, τη Θεία Χάρη και το τρισυπόστατο του Θεού.

Στο «Περί της Ελεύθερης Βούλησης» θέτει το θέμα του καλού και του κακού και των ορίων της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης. Δε δέχεται ότι ο Θεός δημιούργησε το Κακό, δε δέχεται όμως και την ύπαρξη του κακού, ως δύναμης ικανής να μειώσει το άπειρο της θείας δύναμης. Θεωρεί ότι το κακό γεννιέται όταν ξεκινά η εκδήλωση του όντος και δεν είναι μια ουσία αυτή καθεαυτή αλλά μια «κίνηση του όντος προς το μη ον», μια πτώση προς τη μη ύπαρξη.

Ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει το κακό, δηλαδή την αμαρτία επειδή διαθέτει ελεύθερη βούληση, η πνευματική του υγεία όμως δε βρίσκεται εντελώς στα δικά του χέρια, λόγω του προπατορικού αμαρτήματος. Λόγω αυτού βρίσκεται σε μια κατάσταση που έχει ανάγκη τη θεία χάρη.

Η θεία χάρη είναι μια «Ουράνια Απόλαυση».
Η απόλαυση αυτή είναι η αγάπη προς το Θεό και έτσι ορίζει την εσωτερική όψη της Βούλησης, που είναι η εφαρμογή της ελευθερίας. «Ο άνθρωπος είναι έτσι ελεύθερος να κάνει ελεύθερα ό,τι ο Θεός ξέρει ότι θα κάνει ελεύθερα». Με αυτό τον τρόπο συνδυάζονται η απόλυτη δύναμη του Θεού, η ύπαρξη του κακού, η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου και η θεία χάρη. Η αμαρτία είναι ένα λάθος, ένα λάθος που γίνεται από άγνοια, που προκαλείται από την τύφλωση που μας προκαλεί το ότι είμαστε βυθισμένοι μέσα σε ένα υλικό κόσμο.

Πολύ σημαντική είναι η πορεία της ψυχής προς την αυτογνωσία που εξισώνεται με τη γνώση του θεού: «το να είσαι ο εαυτός σου, είναι το να γνωρίσεις το Θεό», ρήση που μοιάζει πολύ με το δελφικό ρητό «γνώρισε τον εαυτό σου και θα γνωρίσεις το Σύμπαν και τους Θεούς». Και για να εκδηλωθεί ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, η Θεοφάνεια δηλαδή χρειάζεται πίστη.

Ο Άγιος Αυγουστίνος πιστεύει ότι ο μόνος τρόπος για να κατακτήσουμε την Αλήθεια είναι η Πίστη. Η πίστη του όμως δεν είναι τυφλή. Αντίθετα με την κοινή γραμμή του χριστιανισμού της εποχής του πιστεύει ότι ο άνθρωπος για να γνωρίσει, χρειάζεται το Λόγο αλλά, αντίθετα από τους ορθολογιστές της εποχής, τους διαδόχους δηλαδή του Αριστοτέλη στο «Μουσείο» της Αλεξάνδρειας, πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει χωρίς την πίστη. Η πίστη για την οποία μας μιλά λοιπόν υπερβαίνει το Νου, είναι μια βιωματική πίστη που περιλαμβάνει και υπερβαίνει το λόγο. Η ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί με το Λόγο, ούτε μπορεί να είναι αντικείμενο τυφλής πίστης, χρειάζεται βίωση ώστε να έρθει η θεία Χάρη. Η Αλήθεια που αναζητά ο Άγιος Αυγουστίνος είναι μια αλήθεια που αγγίζει και το νου και την καρδιά, βιώνεται, δεν είναι θεωρητική αλλά ενεργητική και προϋποθέτει γνώση, πίστη, αγάπη και «Θεοφάνεια».

Στο έργο του «Περί της Αγίας Τριάδας» το οποίο έγραφε επί 16 έτη, αναπτύσσει στα πρώτα 8 βιβλία το τριαδικό δόγμα κατά την Αγία Γραφή ως απάντηση στον Αρειανισμό και στα επόμενα εμβαθύνει στην ανθρώπινη ψυχή ψάχνοντας τις αναλογίες της με την Αγία Τριάδα, θεωρώντας ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει την τριαδικότητα του θεού αν δεν αποκτήσει συνείδηση της τριαδικότητας της δικής του ψυχής ως εξής :
Πατέρας – Υιός – Άγιο Πνεύμα
Μνήμη – Νόηση – Βούληση
Υπάρχειν – Νοείν – Ζην

Το έργο του «Το κράτος του Θεού», θεωρείται το κορυφαίο σύγγραμμά του. Σε αυτό παρουσιάζει την ιστορία της ανθρωπότητας από την αδαμική εποχή μέχρι μια υποθετική μελλοντική εποχή, δηλώνοντας πως τίποτε από όσα έγιναν, γίνονται και θα γίνονται δεν είναι τυχαία αλλά υπακούουν στο Θείο Σχέδιο.

Μας μιλά για την ύπαρξη τριών Πόλεων που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν που είναι μια πνευματική ουράνια πόλη, μια πνευματική γήινη πόλη και μια υλιστική γήινη πόλη.

Η αγάπη για τον εαυτό μας, ο εγωισμός δηλαδή, όταν φτάνει μέχρι του σημείου της περιφρόνησης του Θεού γεννά την γήινη πόλη, ενώ η αγάπη στο Θεό, όταν φτάσει στο σημείο της περιφρόνησης του εαυτού μας, γεννά την ουράνια πόλη.

Μπορούμε να δούμε αναλογίες των 3 πόλεων με τον κόσμο των Ιδεών και τη θεωρία των 3 σφαιρών ή κόσμων του Πλάτωνα . Η πνευματική ουράνια πόλη είναι η πόλη του Θεού στον ουρανό, αυτό που ο Πλάτωνας ονομάζει ως Αρχέτυπα ή σφαίρα του Νου. Η πνευματική γήινη πόλη είναι η πόλη του Θεού πάνω στη γη, η αντανάκλασή της πάνω στη γη, ή οι εικόνες των Ιδεών του Πλάτωνα, η σφαίρα της ψυχής. Και η υλιστική γήινη πόλη ή πόλη του διαβόλου είναι οι εικόνες των εικόνων, η «σπηλιά» του Πλάτωνα, η σφαίρα του σώματος.

ΕΠΙΔΡΑΣΗ:

Παρότι οι θέσεις του δεν έγιναν ευρέως αποδεκτές από τη Δυτική Εκκλησία ο Αυγουστίνος επέδρασε σε φιλόσοφους, θεολόγους, ψυχολόγους, ιστορικούς, κοινωνιολόγους και νομικούς, όπως ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Καλβίνος, ο Γιάνσεν, ο Μπλαιζ Πασκάλ, ο Μποσσυέ, ο Πάουλ Τίλλιχ κ.α. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι το έργο του μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πηγή για τη σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία καθώς διαμόρφωσε ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα που επέτρεψε την επικράτηση της Σχολαστικής Φιλοσοφίας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εγκυκλοπαίδεια «Δρανδάκης»
Εγκυκλοπαίδεια «Δομή»
Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα»
«Άγιος Αυγουστίνος: Εξομολογήσεις» εκδ. Ερατώ
«Άγιος Αυγουστίνος», τόμοι 2, εκδ. Πατάκη
Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό
«Φιλοσοφικά και Χριστιανικά μελετήματα» Ι. Θεοδωρακόπουλος
«Ο Άγιος Αυγουστίνος και η φιλοσοφία της Θρησκείας» Ε. Θεοδώρου