Καρλομάγνος ή Κάρολος ο Μέγας, 742-814 (Charlemagne)

 

Πρώτος αυτοκράτορας της ονομαζόμενης Αγίας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (742-Άαχεν 814 μ.Χ.), βασιλιάς των φράγκων μετά το θάνατο του πατέρα του Πεπίνου του Βραχύ, από το 768 ως το 770 μ.Χ. μαζί με τον αδελφό του Καρλομάνο, και από το 770 ως το 814 μ.Χ. μόνος, βασιλιάς των Λογγοβάρδων από το 774 μ.Χ. Είναι η πιο σημαντική φυσιογνωμία του μεσαίωνα, τόσο για την ιστορική σημασία των κατορθωμάτων του, όσο και για την επιβλητική δύναμη της προσωπικότητάς του, την οποία είχε ήδη περιβάλει ο θρύλος από την εποχή που ζούσε ακόμα.

Ο Καρλομάγνος επέκτεινε το Βασίλειο των Φράγκων πολύ πέρα από τον Ρήνο, τις Άλπεις και τα Πυρηναία, και δημιούργησε μια πρώτη ισχυρή μορφή ευρωπαϊκής ενότητας: την αυτοκρατορία εκείνη, την οποία οι σύγχρονοί του χαιρέτησαν ως αναβίωση της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο Καρλομάγνος συνόδευσε επανειλημμένα το στρατό, ακόμα και από τη νεαρή του ηλικία. Αυτή η εμπειρία συνέβαλε πιθανώς στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του, αποκτώντας την ετοιμότητα να παλέψει αποφασιστικά ενάντια στους εξωτερικούς εχθρούς και την αποφασιστικότητα να κυβερνήσει μόνος του, ακόμα κι όταν απειλούσε τα δικαιώματα των στενών συγγενών. Αναγνώρισε νωρίς τη στενή επαφή μεταξύ της πολιτικής δύναμης και της εκκλησίας, έχοντας έναν υψηλό σεβασμό για αυτήν και το καθήκον του βασιλιά να διαδώσει τη χριστιανική πίστη, ώστε να θεωρηθεί υπεύθυνος στο Θεό για τους Χριστιανούς που του εμπιστεύτηκαν τα πνευματικά τους δικαιώματα.

Εφεξής ενδιαφέρθηκε για την υπεράσπιση και την προστασία των γρήγορα κερδισμένων εδαφών του, παγιώνοντας το κράτος εσωτερικά και προστατεύοντας την πολιτιστική ζωή και το κράτος δικαίου.

Λίγο μετά την ήττα του Καρλομάγνου στην Ισπανία, οι Σάξονες αυξήθηκαν ξεκινώντας ένα νέο πόλεμο, ο οποίος ήταν ο μεγαλύτερος σε διάρκεια και ο σκληρότερος πόλεμος που διεξήχθη στη διάρκεια της βασιλείας του. Η αντίσταση των ανθρώπων αυτών προκάλεσε την οργή του Καρλομάγνου, με αποτέλεσμα για όσους είχαν υποβληθεί στο βάπτισμα και είχαν υπογράψει τη συνθήκη της υποταγής τους, αυτό να θεωρηθεί ως υψηλή πολιτική και θρησκευτική αποστασία. Αυτές οι παραβάσεις απαίτησαν την αυστηρή τιμωρία, και 4.500 Σάξονες αναφέρθηκαν να έχουν εκτελεσθεί μαζικά το 782 μ.Χ. Νέα ξεσπάσματα εμφανίστηκαν μετά από 792 μ.Χ., και οι τελευταίοι Σάξονες συντρίφθηκαν μεταξύ 772 και 804 μ.Χ.

Ο ιεραποστολικός στόχος εκτελέσθηκε πολλές φορές με βίαιες μεθόδους, άγνωστες στις πιο νεαρές μέσες ηλικίες, και με αιματηρή τιμωρία για εκείνους που παρέβησαν το νόμο ή συνέχισαν να συμμετέχουν στις ειδωλολατρικές πρακτικές.

Η εδαφική επέκταση του βασιλείου των Φράγκων με το έργο του Καρλομάγνου βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη, όταν αυτός στέφτηκε Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας από τον Πάπα Λέοντα Γ’ στη Ρώμη, τη νύχτα των Χριστουγέννων του 800 μ.Χ.

Η πράξη αυτή του Πάπα καθαγίασε τη γόνιμη δράση του Καρλομάγνου υπέρ της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (δράση που είχε ήδη αρχίσει με τους προκατόχους του Πεπίνο και Κάρολο Μαρτέλλο) και θεμελιωνόταν νομικά με τη θεωρία της «μεταβίβασης της Αυτοκρατορίας» που ίσχυε τότε, η οποία, αν και πριν πέντε περίπου αιώνες είχε μεταφερθεί από τον Κωνσταντίνο στην Ανατολή με προσταγή της θείας Πρόνοιας, μεταφερόταν πάλι στη Δύση, πάντοτε με προσταγή της Θείας Πρόνοιας. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, όταν ο Καρλομάγνος στέφτηκε στη Ρώμη, ο αυτοκρατορικός θρόνος του Βυζαντίου ήταν κενός.

Ο Καρλομάγνος οργάνωσε το κράτος του διοικητικά, πολιτικά και δικαστικά, φέρνοντας προεξέχοντες μελετητές από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας και ακόμη με άτομα από το εξωτερικό. Μεταξύ αυτών ο σημαντικότερος ήταν ο Εγινάρδο και ο Αλκουίνο. Με τη βοήθεια αυτών, όπως και άλλων ανθρώπων της λογοτεχνίας, ο Καρλομάγνος καθιέρωσε μια βιβλιοθήκη που περιείχε τις εργασίες των πατέρων των εκκλησιών, όπως και αρχαίων συντακτών, ενώ ίδρυσε και μια ακαδημία δικαστηρίων για την εκπαίδευση των νέων ιπποτών “Frankish.

Η αυλή του Ακυισγράνου (σημερινού Άαχεν) έγινε το κέντρο από το οποίο κατευθυνόταν ο φεουδαρχικός διοικητικός μηχανισμός της αυτοκρατορίας. Στο Palatium, έδρα της κεντρικής διοίκησης, υπήρξαν έξι ανώτατοι αξιωματούχοι, που εξαρτιόνταν άμεσα από τον αυτοκράτορα, και οι οποίοι είχαν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες.

Το έδαφος της αυτοκρατορίας ήταν χωρισμένο σε κομητείες και μαρκιονίες (κομητείες των συνόρων), οι οποίες είχαν ανατεθεί σε μεγάλους φεουδάρχες, που είχαν δεσμευτεί με αυστηρούς όρκους πίστης και ελέγχονταν με περιοδικές επιθεωρήσεις ειδικών απεσταλμένων, συχνά κληρικών, του αυτοκράτορα ·οι οποίοι συχνά οργάνωναν δημόσιες δίκες στο όνομά του.

Το νομοθετικό έργο του Καρλομάγνου αντιπροσωπεύεται από μια σειρά νόμων που ρύθμιζαν όλα τα οικονομικά, πολιτικά, πολιτιστικά, ακόμα και εκκλησιαστικά ζητήματα. Από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Καρλομάγνου αξιόλογη είναι η νομισματική (καθιέρωσε ως νομισματική μονάδα την αργυρή λίρα, που είχε βάρος 490 ουγκιές).

Η μητρική του γλώσσα ήταν ένας παλαιός γερμανικός ιδιωματισμός, και παρότι ο ίδιος δεν είχε συστηματική μόρφωση, σπούδασε τα λατινικά και κάποια ελληνικά, ενώ μελέτησε την ιστορία και τις θεολογικές γραφές και απέκτησε μια στοιχειώδη γνώση μαθηματικών και αστρονομίας. Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο, είναι ότι ο ίδιος συμμετείχε με την οικογένειά του σε μια καλλιεργημένη κοινωνική ζωή, με στόχο την πνευματική ανάπτυξη.

Υπήρξε ενθουσιώδης υποστηρικτής της παιδείας και στον τομέα αυτό είχε ως κύριο σύμβουλό του το Σάξονα μοναχό Αλκουίνο. Η κύρια θεωρία του βρίσκεται στον ισχυρισμό ότι η σωστή σκέψη πραγματώνεται μέσα από την σωστή πίστη, η οποία πρέπει να ντυθεί με την κατάλληλη μορφή και τη γλώσσα. Έτσι εφάρμοσε τη συνταγή της εντατικής μελέτης της λατινικής γλώσσας και της λογοτεχνίας για όλα τα σχολεία, μοναστικά ή καθεδρικών ναών. Η «Παλατινή σχολή», η οποία χρησίμευσε ως πρότυπο σε πολλές σχολές που ιδρύθηκαν αργότερα στην Ευρώπη, βρισκόταν κάτω από την άμεση επίβλεψη του αυτοκράτορα.

Και στο πεδίο της τέχνης επίσης οι πρωτοβουλίες του βοήθησαν στη λεγόμενη «Καρολιγγειακή αναγέννηση», η οποία χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή και την αφομοίωση, στη Γαλλία και Γερμανία, Βυζαντινών μορφών που ερμηνεύτηκαν και εξελίχτηκαν σε αρκετή ελευθερία.

Προσπάθειες επίσης καταβλήθηκαν για να βελτιωθεί το επίπεδο της θρησκευτικής τήρησης, της ηθικής, όπως και της διαδικασίας της δικαιοσύνης σε όλη την αυτοκρατορία. Η σαφέστερη και διασημότερη περίπτωση αυτού ήταν τα colendis Epistula de litteris, τα οποία χρονολογούνται πιθανώς από το 784 έως 785 μ.Χ.

Ο Καρλομάγνος σεβάστηκε τα παραδοσιακά δικαιώματα των διάφορων λαών και φυλών που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του, αρχικά για λόγους αρχής, αφετέρου λόγω της μεγάλης ανησυχίας του που προερχόταν από τις βαθιές ηθικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις του για την εφαρμογή της δικαιοσύνης, παρόλο που παρουσιάζονται κάποιες αποκλίσεις όσο αφορά τα πνευματικά δικαιώματα.

Στην πολιτικά ρυθμισμένη θρησκευτικότητά του, η αυτοκρατορία και η εκκλησία αυξήθηκαν σε μια θεσμική και πνευματική μονάδα. Αν και η αυτοκρατορία του επέζησε μόνο μια γενεά, συνέβαλε αποφασιστικά στην ενδεχόμενη ανασύνθεση της δυτικής Ευρώπης που είχε τεμαχιστεί από το τέλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δημιουργώντας τους παράγοντες μιας διανοητικής, θρησκευτικής, και πολιτικής κληρονομιάς, στην οποία οι πιο πρόσφατοι αιώνες θα μπορούσαν να επισύρουν την προσοχή.

Ο Καρλομάγνος δεν άφησε κανένα βιογραφικό έγγραφο, αφήνοντας έτσι τους σύγχρονούς του να κατασκευάσουν την προσωπικότητά του μόνο από τις πράξεις του και τις εκθέσεις που έχουμε από μεταγενέστερούς του. Η περιφημότερη βιογραφία του Καρλομάγνου γράφτηκε από το σύγχρονό του Εγινάρδο, ο οποίος δίνει μια σαφή εικόνα του ηγεμόνα με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες από την ιδιωτική του ζωή, περιγράφοντας το χαρακτήρα και την εμφάνιση του Καρλομάγνου στο διάσημο Vita του Karoli Magni: "Είχε ένα ευρύ και ισχυρό σώμα ασυνήθιστου ύψους, αλλά καλά καθορισμένο για το ύψος του που μετριέται επτά φορές τα πόδια του. Το κρανίο του ήταν στρογγυλό, τα μάτια ήταν ζωηρά και μάλλον μεγάλα, το πρόσωπο φιλικό και εύθυμο.

Χωρίς εσωτερική αντίφαση, ήταν σε θέση να συνδυάσει την προσωπική ευσέβεια με τις απολαύσεις της ζωής, τραχειούς τρόπους, έχοντας μια θρησκευτική αίσθηση της αποστολής με δυναμισμό, αλλά και προσπάθεια για διανοητική αύξηση και αδιαλλαξία ενάντια στους εχθρούς του με ορθότητα.

Ο Καρλομάγνος παντρεύτηκε αρχικά την Δεζιδεράτη, κόρη του βασιλιά των Λογγοβάρδων, την οποία αργότερα χώρισε, για να ξαναπαντρευτεί άλλες τρεις φορές. Από τους γιους του, αναφέρουμε τον Κάρολο, που είχε τον τίτλο του βασιλιά στην Αυστρασία, τον Πεπίνο που είχε τον τίτλο του βασιλιά στην Ιταλία (πέθαναν και οι δύο πριν από τον πατέρα τους) και τον Λουδοβίκο, το λεγόμενο Ευσεβή, ο οποίος κληρονόμησε όλες τις πατρικές κτήσεις.

Οι σύγχρονοί του είχαν πλήρη επίγνωση των εξαιρετικών ικανοτήτων του ως ανακαινιστή της αυτοκρατορίας, και λόγιοι της εποχής (και προπάντων ο Εγινάρδος) τον εξύμνησαν, θεωρώντας τον ισάξιο με τον Αύγουστο.

Οι μεταγενέστεροι τον τοποθέτησαν γρήγορα στην περιοχή του θρύλου και πρώτος ο Ιωνάς, επίσκοπος τη Ορλεάνης, ο οποίος έζησε επίσης τον 9ο αιώνα και ο οποίος τον αποκάλεσε Χρυσό Κάρολο. Ακολούθησε μεταξύ 11ου και 14ου αιώνα ένας κύκλος επικών και μυθιστορηματικών θρύλων, όπως το πεζό έργο του επισκόπου της Ρενς τα Chansons de geste, σημαντικότερο από τα οποία είναι το τραγούδι του Ρολάνδου και το Προσκύνημα του Καρλομάγνου, από τα οποία προήλθε η θρυλική μορφή του Καρλομάγνου, η οποία έμεινε αναλλοίωτη σε όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα αλλά και έως στις μέρες μας: ενός βασιλιά ανίκητου στον πόλεμο, αναμορφωτή της έως τότε (ανύπαρκτης) δικαιοσύνης, γενναιόδωρου προς τους φτωχούς και τους ταπεινούς και τρομερού για τους εχθρούς του και τους καταπιεστές των αδυνάτων.

Βιβλιογραφία:
- Εγκυκλοπαίδεια Δομή
- Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη
- Εγκυκλοπαίδεια Britannica