Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ, 1873-1943 (Rachmaninov, Sergei Vasilyevich)

 

«Η μουσική είναι αρκετή για μία ζωή, αλλά μία ζωή δεν είναι ποτέ αρκετή για την μουσική»
Ραχμάνινοφ

Σπάνια μπορεί κάποιος στη διάρκεια της ζωής του να κερδίσει ίση διάκριση ως συνθέτης και πιανίστας μαζί, κάτι που μπορεί εύκολα να ειπωθεί για τον Σεργκέι Βασίλιεβιτς Ραχμάνινοφ, τη μεγαλύτερη ίσως μουσική μορφή του 20ου αιώνα.

Ο Ραχμάνινοφ γεννήθηκε στο κτήμα των παππούδων του κοντά τη λίμνη Ίλμεν στην επαρχία Νόβγκοροντ, της Ρωσίας. Ο πατέρας του ήταν συνταξιούχος αξιωματικός του στρατού και η μητέρα του κόρη στρατηγού. Η οικογενειακή παράδοση πρόσταζε να γίνει ο μικρός Σεργέι αξιωματικός του στρατού, ώσπου ο πατέρας του έχασε όλη την περιουσία του σε ριψοκίνδυνες οικονομικές επιχειρήσεις εγκαταλείποντας την οικογένειά του.

Ο ίδιος αναφέρει αργότερα για αυτή την περίοδο της ζωής του: «Είχα ένα πλήρες μερίδιο θλίψεων, βασάνων και στερήσεων». Ο ξάδελφος όμως του νεαρού Σεργκέι, γνωστός πιανίστας και αρχιμουσικός Αλεξάντερ Σιλότι, διέκρινε τα μουσικά χαρίσματα του παιδιού και πρότεινε να τον στείλουν να μαθητεύσει στο πιάνο πλάι στον ονομαστό δάσκαλο και πιανίστα Νικολάι Σβέρεφ στη Μόσχα. Η αυστηρή πειθαρχία που του επέβαλε ο Σβέρεφ τον ανέδειξε σε έναν από τους μεγαλύτερους βιρτουόζους της εποχής του. Στη συνέχεια για την ολοκλήρωση της θεωρητικής του κατάρτισης στην εκπαίδευση, ο Σεργκέι μπήκε στο Ωδείο της Μόσχας.

Στα 19 του χρόνια αποφοίτησε από το Ωδείο έχοντας βραβευθεί με χρυσό μετάλλιο για την μονόπρακτη όπερά του «Aleko» (βασισμένη στο ποίημα: «Οι Τσιγγάνοι» του Αλεξάντερ Πούσκιν). Για την πρώτη του αυτή δουλειά αργότερα αναφέρει: «Ενθαρρύνθηκα πάρα πολύ από τον Τσαϊκόφσκι, ήταν τόσο καλός και χρήσιμος για μένα ως συνθέτης που παρευρισκόταν ακόμη και στις πρόβες του «Aleko», για να με βοηθήσει με την απέραντη φρόνηση, γνώση και εμπειρία του». Το έργο ανέβηκε στο Μεγάλο θέατρο της Μόσχας με τον Ραχμάνινοφ να είναι μόλις 20 ετών.

Ακολούθησε μία σύνθεση που του χάρισε αμέσως φήμη και δημοτικότητα ως συνθέτη και ως πιανίστα σε κονσέρτα: Το «Πρελούδιο σε ντο δίεση ελάσσονα», που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μόσχα στις 26 Σεπτεμβρίου 1892. Αυτό υπήρξε και το πρώτο έργο που τον έκανε γνωστό στο πλατύ κοινό, καταξιώνοντάς τον σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, αφού τα ακροατήριά του επέμεναν να το εκτελεί σε κάθε συναυλία. Ο ίδιος σε μία συνέντευξη στο «Μουσικό Παρατηρητή» το 1927 αναφέρει: «Συνέθεσα διάφορα σοβαρά πράγματα μετά από αυτό, αλλά περιέργως ένα μικρό κομμάτι πιάνου το γ αιχμηρό δευτερεύον προοίμιο, είναι αυτό που με έκανε γνωστό . Ήρθε με τέτοια δύναμη που δεν μπορούσα να το τινάξω μακριά ακόμη και αν προσπάθησα σκληρά να το κάνω. Έπρεπε να είναι εκεί έτσι όπως είναι. Επίσης θυμάμαι πως έλαβα μόνο 20 δολάρια για αυτό. Το κομμάτι ηχογραφήθηκε και πουλήθηκε σε πολλά αντίτυπα σε όλο τον κόσμο, αλλά ποτέ δεν έλαβα άλλη αποζημίωση. Η αναγνώριση που το κομμάτι μου έφερε εντούτοις άξιζε ιδιαίτερα».

Η ανερχόμενη φήμη του άρχισε να προσελκύει γύρω του δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης. Ένας από αυτούς, ο γάλλος Cesar Cui, σε μία επίσκεψη στην οικία του συνθέτη νοτιοανατολικά της Μόσχας, συνέθεσε μία σύντομη μελωδία, την οποία και έπαιξε στο συνθέτη ρωτώντας για το εάν είχε μια οποιαδήποτε ποιότητα, και ο Ραχμάνινοφ απάντησε απλά «όχι». Αυτή η έλλειψη φιλοφρόνησης και κολακείας προς τον Cui υπήρξε και η αφορμή της έναρξης μιας σειράς αρνητικών δημοσιεύσεων για τις αποδόσεις του.

Ωστόσο ο Ραχμάνινοφ, παρά τη στωική προσωπικότητα και την επιμονή του, ήταν στη διάρκεια της νεότητάς του αρκετά ευάλωτος σε συναισθηματικές κρίσεις, που του προκαλούσαν η πορεία των έργων του και οι προσωπικές του σχέσεις. Έτσι η αμφιβολία για τον εαυτό του και η αβεβαιότητα τον οδήγησαν μερικές φορές σε βαριά κατάθλιψη. Μία από τις σοβαρές κρίσεις επήλθε μετά από την αποτυχία της πρεμιέρας της «Συμφωνίας σε ρε ελάσσονα αριθ. 1» που διεύθυνε ο Glazunov, το Μάρτιο του 1897. Η εκτέλεση της συμφωνίας υπήρξε κακή και οι κριτικοί την καταδίκασαν. Ο Ραχμάνινοφ αργότερα σε γράμμα του στον Αλέξανδρο Zateyevich αναφέρει:

«Δεν επηρεάζομαι καθόλου από την έλλειψη επιτυχίας, ούτε ενοχλούμε από τη κατάχρηση των εφημερίδων, είμαι όμως βαθιά στεναχωρημένος από το γεγονός ότι η συμφωνία που αγάπησα τόσο πολύ και αγαπώ ακόμη δε με ικανοποίησε στην πρεμιέρα της. Ίσως όπως και άλλοι συνθέτες να είμαι αδικαιολόγητος στη σύνθεση ή αυτή η σύνθεση να εκτελέστηκε άσχημα. Και αυτό είναι που πραγματικά συνέβη. Είμαι κατάπληκτος για το πώς ένα τόσο ταλαντούχο άτομο μπορεί να διευθύνει τόσο άσχημα. Εν πάση περίπτωση, δεν την απορρίπτω, ίσως μετά από 6 μήνες τη διορθώσω και τη δημοσιεύσω». Για το συγκεκριμένο γεγονός υπήρξε διάχυτη η πεποίθηση ότι ο Glazunov ήταν πιωμένος κατά την εκτέλεση της πρεμιέρας, γεγονός που επίσημα δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, αν και αντίστοιχες αναφορές για κάποιες άλλες στιγμές έχουμε και από τον Schostakovich, που υπήρξε μαθητής του. (Ειρωνεία της τύχης αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ αυτό το έργο δε δημοσιεύτηκε ποτέ κατά τη διάρκεια ζωής του Ραχμάνινοφ, αυτό ακριβώς το έργο εξυμνήθηκε από πολλούς μουσικολόγους, μετά το θάνατό του, ως η σπουδαιότερη συμβολή του στη συμφωνική φιλολογία και ως η πιο πρωτότυπη από τις συνθέσεις του).

Έτσι, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, θλιμμένος και από μία ερωτική ιστορία, κατέφυγε σε έναν ψυχίατρο ειδικευμένο στην υπνοθεραπεία, το Nikolai Dahl, στον οποίο και αποδίδεται από πολλούς το γεγονός ότι ο συνθέτης ανέκτησε την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, επαναλαμβάνοντας σύμφωνα με τις οδηγίες του Dahl: «Θα ξεκινήσω ξανά να γράφω, θα εργαστώ με μεγάλη ευκολία, η μουσική που θα γράψω θα είναι καλή». Ο Ραχμάνινοφ αναφέρει αργότερα για αυτή την περίοδο: «Αν και ακούγεται περίεργο, αυτή η θεραπεία με βοήθησε πολύ. Άρχισα να γράφω, νέες ιδέες ξεκίνησαν να αφυπνίζονται μέσα μου πολύ γρηγορότερα από ό,τι τις χρειαζόμουν για το κοντσέρτο μου». Έτσι συνέθεσε το «Κοντσέρτο αρ. 2 σε ντο ελάσσονα», για πιάνο που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Μόσχα στις 27 Οκτωβρίου 1901 (αφιερωμένο στο Dahl). Αλλά η σχέση του με το Nikolai Dahl φαίνεται ότι επηρέασε ακόμη περισσότερο την προσωπική του ζωή, δεδομένου ότι πολύ σύντομα ο Ραχμάνινοφ παντρεύτηκε την εξαδέλφη του Ναταλί Σατέν. Ωστόσο η σύνθεση «του Δεύτερου κοντσέρτου για πιάνο» σηματοδότησε την αναγέννηση της δημιουργικότητάς του που ακολουθήθηκε από αριθμό μικρότερων έργων.

Η επανάσταση του 1905 βρήκε τον Ραχμάνινοφ διευθυντή του θεάτρου Μπολσόι. Αν και δεν είχε εμπλακεί πολιτικά στην επανάσταση, πήγε με την οικογένειά του, το Νοέμβριο του 1906, να ζήσει στη Δρέσβη. Εκεί γράφτηκαν τρία από τα κορυφαία έργα του: «Η Συμφωνία αριθ. 2 σε ελάσσονα» (1907), το συμφωνητικό ποίημα «Το νησί του Θανάτου» (1909) και το «Κοντσέρτο αριθ. 3 σε ρε ελάσσονα» (1909). Το τελευταίο το είχε συνθέσει ειδικά για την περιοδεία του στις ΗΠΑ και λάμπρυνε το περίφημο ντεμπούτο του ως πιανίστα στις 28 Νοεμβρίου 1909 με την Συμφωνική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης, υπό τη διεύθυνση του Βάλτερ Ντάμρος. «Το τρίτο Κοντσέρτο», το καλύτερα δομημένο μεγάλο έργο του συνθέτη, είναι ένα πολύπλοκο δεξιοτεχνικό κομμάτι από τα πιο λαμπρά της πιανιστικής φιλολογίας.

Στη συνέχεια εμφανίστηκε στη Φιλαδέλφεια και στο Σικάγο με την ίδια επιτυχία ως αρχιμουσικός, διευθύνοντας τις πιο καινούργιες συμφωνικές συνθέσεις του. Από αυτές, «η Δεύτερη Συμφωνία» είναι η πιο σημαντική. Ενώ βρισκόταν ακόμη στην περιοδεία, κλήθηκε να αναλάβει μόνιμος αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστώνης, αλλά απέρριψε την προσφορά για να επιστρέψει στην Ρωσία το 1910. Σε αυτή την εποχή των συγκρούσεων ανάμεσα στις διάφορες φατρίες στη μεγάλη οικογένεια των Ρώσων συνθετών, τα έργα του κατατάχθηκαν και ο συνθέτης βρήκε τη θέση του στη ρωσική μουσική. Είναι εμφανές ότι ο Ραχμάνινοφ συντάσσεται στη μεριά του Τσαϊκόφσκι με τον Ρουμπινστάϊν και τον Τανέγιερ. Ο λυρισμός του χωρίς κανένα ξεχωριστό νεωτερισμό, είναι ιδιαίτερα εμφανής στο μεγάλο αριθμό τραγουδιών που έγραψε. Η μουσική του, αν και γράφτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της στον 20ο αιώνα, διατηρεί βαθιές ρίζες στο ιδίωμα του 19ου αιώνα. Για αυτό και θεωρήθηκε ως ο τελευταίος εκφραστής της παράδοσης που είχε ενσαρκώσει ο Τσαϊκόφκι και εξακολούθησε να δημιουργεί σε μία εποχή εκρηκτικών αλλαγών και πειραματισμών. Ο ίδιος, όταν τον ρώτησαν για τη σύγχρονη μουσική, χαρακτηριστικά είχε πει: «Δεν καταλαβαίνω τίποτα στη μουσική του σήμερα».

Το πιο αξιόλογο έργο του, κατά τη δεύτερη περίοδο διαμονής του στη Μόσχα, ήταν η χορωδιακή συμφωνία «Οι Καμπάνες», βασισμένη στην ποίηση του Πόε. Το έργο καθιερώθηκε στο συμφωνικό ρεπερτόριο και φανερώνει την εξαιρετική επινοητικότητα του συνθέτη στο συνδυασμό χορωδιακών και ορχηστικών μέσων, που δημιουργεί θεαματικές εντυπώσεις μελωδικής μίμησης και πλοκής.

Μετά την Επανάσταση του 1917, ο Ραχμάνινοφ ξεκίνησε τη δεύτερη περίοδο της αυτοεξορίας του, μαζί με την οικογένειά του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Τα πιο ουσιαστικά έργα που έγραψε αυτή την περίοδο είναι: «Η Συμφωνία αριθ. 1 σε λα ελάσσονα» (1936), ως μία έκφραση της σλαβικής μελαγχολίας, και «Η Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι» (1934), μια σειρά παραλλαγών πάνω σε ένα καπρίτσιο για βιολί του Παγκανίνι. Η Ραψωδία συναγωνίζεται το Δεύτερο Κοντσέρτο ως το πιο πολυπαιγμένο έργο του συνθέτη. Τελικά το Δεύτερο και Τρίτο Κοντσέρτο μαζί με τη Ραψωδία καθιερώθηκαν στο ρεπερτόριο των κοντσέρτων, εξασφαλίζοντάς του μία τιμητική θέση στην ιστορία της μουσικής.

Στη διάρκεια του τρέχοντος αιώνα η τελειότητα εκτέλεσης του πιάνου του έχει μείνει μυθική, ενώ το μήνυμα των συνθέσεών του για την ορχήστρα, τη φωνή και το πιάνο παραμένουν ως λατρεμένοι θησαυροί της ανθρωπότητας.

Αν και θεωρητικά μπορούμε να παρακολουθήσουμε εύκολα την εξωτερική πορεία του μεγάλου αυτού συνθέτη, για την προσωπική του ζωή ξέρουμε ελάχιστα, μια που ήξερε να την κρατά καλά φυλαγμένη.

Είναι όμως εμφανείς οι εσωτερικές του επιρροές, καθώς πολλές από τις συνθέσεις του παραπέμπουν σε βαθιά φιλοσοφικά κείμενα ή ποιήματα. «Το πρώτο πιάνο Sonata» εμπνεύστηκε από το έργο «Φάουστ» του Γκαίτε, η μονόπρακτη όπερα του «Aleko» βασίστηκε στο ποίημα: «Οι Τσιγγάνοι» του Αλεξάντερ Πούσκιν, «Οι Καμπάνες» δημιουργήθηκαν πάνω στην ποίηση του Άλεν Πόε, ενώ η δεξιοτεχνική χρήση των «Κύβων Ιrae» στις συνθέσεις «Συμφωνικοί Χοροί» & «Νησί των Νεκρών» δείχνουν την αγωνιώδη μάχη της ζωής εναντίων του θανάτου, όπως άλλωστε ήταν και η δική του.

Για τον ίδιο: «Η σύνθεση είναι μέρος της ζωής του, όπως η καθημερινή αναπνοή και το φαγητό». Και συνεχίζει «Στις συνθέσεις μου δεν καταβάλλω καμιά συνειδητή προσπάθεια ώστε να είναι αυθεντικές, ρομαντικές, εθνικές ή οτιδήποτε άλλο. Γράφω σε χαρτί τη μουσική που ακούω μέσα μου, όσο γίνεται πιο φυσικά. Τι προσπαθώ να κάνω; Να γράψω απλά και άμεσα τη μουσική της καρδιάς μου».

Και για την έμπνευσή του συγκεκριμένα αναφέρει: «Είναι δύσκολο να αναλυθεί η πηγή έμπνευσης για τις συνθέσεις μου, γιατί είναι τόσοι πολλοί οι παράγοντες που λειτουργούν μαζί στη δημιουργική εργασία. Η αγάπη είναι βεβαίως η κύρια πηγή έμπνευσης. Η αγάπη εμπνέει όπως τίποτα άλλο. Το να αγαπήσεις απαιτεί να κερδίσεις την ευτυχία και τη δύναμη του νου. Είναι η κύρια πηγή της διανοητικής ενέργειας. Επίσης με εμπνέει πολύ η ομορφιά της φύσης καθώς και η ποίηση. Μετά τη μουσική λατρεύω την ποίηση. Έχω πάντα βιβλία ποίησης γύρω μου. Η ποίηση με εμπνέει στη μουσική, γιατί είναι τόσο κοντά της σαν δύο δίδυμες αδελφές . Φέρτε την έμπνευση μέσα στην καρδιά και το μυαλό, αλλά να είστε δοσμένοι στη δημιουργική εργασία. Η πραγματική έμπνευση πρέπει να έρθει από μέσα. Εάν δεν υπάρχει τίποτε μέσα, τίποτα εξωτερικό δεν μπορεί να βοηθήσει. Η υψηλότερη τέχνη δεν μπορεί να παράγει οποιοδήποτε σημαντικό αποτέλεσμα, αν ο θείος σπινθήρας της δημιουργικής ικανότητας λείπει μέσα από τον καλλιτέχνη»

ΠΗΓΕΣ
-www.members.rogers.com/rachlife/info.html
-www.rachaninoff.co.uk
-www. Radixnet/-china/rach.html
-www.flash.net/-park29/rachmaninoff.html
-www.classical.net/music/guide/society/rach/
-www.rachmaninoff. org/index.html
-www.lucidcafe.com/library/96apr/rachmaninoff.html
-ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ:ΠΑΠΥΡΟΥΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ