Γιάννης Χρήστου, 1926-1970 (Jani Christou)

 

«Σκοπός της μουσικής είναι να δημιουργεί ψυχή, δημιουργώντας προϋποθέσεις για το μύθο, τη ρίζα κάθε ψυχής. Εκεί που δεν υπάρχει ψυχή η μουσική τη δημιουργεί. Εκεί όπου υπάρχει ψυχή, η μουσική τη συντηρεί.»

Ο Γιάννης Χρήστου υπήρξε μια ρωμαλέα προσωπικότητα. Εκτός από εξαιρετικός μουσικός ήταν και πιστός αναζητητής κι ερευνητής της αλήθειας.
Κάτι τέτοιο αποτυπώθηκε στον τρόπο σύνθεσης και στα ίδια του τα έργα, τα οποία ήταν εμπνευσμένα από θέματα κυρίως φιλοσοφικού περιεχομένου.

Γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου. Ήταν δευτερότοκος γιος του Ελευθέριου Χρήστου, βιομηχάνου, ιδιοκτήτη σοκολατοποιΐας και της Κύπριας Λιλίλας Ταβερνάρη. Η ίδια υπήρξε ποιήτρια αλλά είναι επίσης γνωστό πως ήταν οπαδός του πνευματισμού. Ήταν αυτή που ενέπνευσε και ώθησε το γιο της στην πραγματοποίηση των καλλιτεχνικών του ονείρων, αντίθετα με τον πατέρα του που επιθυμούσε να ακολουθήσει το δικό του δρόμο.

Πήγε σε αγγλικό δημοτικό σχολείο και συνέχισε στο αγγλικό κολέγιο «Βικτώρια» στην Αλεξάνδρεια. Συμπλήρωσε τη μόρφωσή του κυρίως στην Αγγλία, στο King’s College, όπου σπούδασε φιλοσοφία, και ακολούθησε για χάρη του πατέρα του κάποιες στοιχειώδεις σπουδές οικονομικών επιστημών.

Όπως ο ίδιος αναφέρει σε μια συνέντευξη, η μύησή του στη μουσική ξεκίνησε από τα 5 του χρόνια, όταν αισθάνθηκε για πρώτη φορά την εκπληκτική έλξη που ασκούσε πάνω του. Από μικρή ηλικία ήταν ήδη αποφασισμένος για το δρόμο του, να αφιερωθεί στη μουσική και να γίνει συνθέτης. Ξεκίνησε μαθήματα πιάνου με τη διάσημη πιανίστρια Τζίνα Μπαχάουερ και θεωρούσε τον εαυτό του αυτοδίδακτο, αφού την ουσιαστική δουλειά την έκανε έξω από τον καθηγητή του. Όπως ανέφερε ο ίδιος, εκτελούσε μουσικά κομμάτια προσπαθώντας να καταλάβει τη γραφή και τα μυστικά της.

Εκτός από τη φυσική κλίση του στη μουσική, ο Γιάννης Χρήστου ήταν άνθρωπος με εσωτερικές αναζητήσεις και τάση προς τη φιλοσοφία, κάτι στο οποίο προφανώς συνέβαλε κατά πολύ και η φύση της μητέρας του.

Επίσης άλλος παράγοντας είναι ότι ο Χρήστου μεγάλωσε στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας, όπου ο τρόπος ζωής ήταν αριστοκρατικός και πολυτελής. Έτσι είχε συχνή επαφή με ευρωπαϊκές χώρες όπως η Αγγλία και η Γαλλία, από τις οποίες επηρεαζόταν και ο τρόπος ζωής του. Ακόμη, η χώρα όπου μεγάλωσε υπήρξε λίκνο ενός αρχαίου πολιτισμού, προβληματισμένου στο θρησκευτικό και μεταφυσικό τομέα. Έτσι ίσως εξηγείται από μια πλευρά η κλίση του στη φιλοσοφία και η έλξη που ασκούσε σε αυτόν το πρόβλημα του «μετά θάνατον».

Ο αδελφός του, ο Ευάγγελος Χρήστου (συγγραφέας του βιβλίου «ο Λόγος της Ψυχής») έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην πορεία του μουσικού και στην εσωτερική του διαμόρφωση, αφού ήταν για αυτόν κάτι σαν πνευματικός δάσκαλος και καθοδηγητής του. Άλλες μαρτυρίες αναφέρουν πως ο ίδιος υπήρξε υποστηριχτής του Καρλ Γιουνγκ, και ότι έχει παρακολουθήσει μαθήματά του στη Ζυρίχη, κάτι το οποίο όμως δεν είναι εξακριβωμένο.

Είχε στην κατοχή του μια μεγάλη βιβλιοθήκη με ευρεία θεματολογία, όπως: μαγεία και αποκρυφισμός, ανατολικές θρησκείες, φιλοσοφία και ψυχολογία, μουσική και ιστορία της τέχνης, κοινωνική ανθρωπολογία και μελέτες προϊστορικών κοινωνιών και πολιτισμών. Αυτή η πλατιά γκάμα θεμάτων μελέτης, δείχνει πως υπήρξε άνθρωπος της έρευνας που δε σταματούσε όμως στα καλούπια της λογικής, εφόσον μελετούσε θέματα που κατά καιρούς θεωρούνται είτε αδιάφορα είτε τρελά.

Όσον αφορά τα έργα του και τον τρόπο σύνθεσής τους, γνωρίζουμε πως πριν «ενσαρκώσει» μια ιδέα αφιερωνόταν σε φιλοσοφικό στοχασμό πάνω σε αυτήν. Όταν θεωρούσε πως είχε βρει μια ικανοποιητική λύση στο ζήτημα που τον ενέπνεε, τότε μόνο ακολουθούσε τη σύνθεση του έργου.

Τον ενέπνεαν πιο εύκολα θέματα μυστήρια και περίεργα, πράγμα που διαπιστώνουμε και από τους τίτλους των έργων του, για παράδειγμα: «ο Προμηθέας Δεσμώτης», «Φοίνικας», «Μυστήριον», παρά έργα που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα και με θέματα όπως ο έρωτας, το χρήμα κλπ.

Έτσι πολλά έργα του έχουν να κάνουν με εσωτερικά θέματα, μύθους, σύμβολα κ.λ.π. Το παράδειγμα που προαναφέραμε, ο «Φοίνικας» (το πρώτο του έργο), είναι ένα έργο που αναφέρεται σε αυτό το μυθικό πουλί που καίγεται και ανασταίνεται από τη στάχτη, συμβολίζοντας έτσι τους κύκλους της ζωής, τους βιορυθμούς του ανθρώπου και της φύσης κ.λ.π. και αυτό το βλέπουμε και στο χαρακτήρα της μουσικής διαδικασίας του έργου, που διαποτίζεται από αντίστοιχες εναλλαγές έντασης και χαλαρότητας.

Θεωρούσε πως η έλλειψη μεταμορφώσεων στη μουσική αφήνει τα ακούσματα να παίρνουν απλά ένα διακοσμητικό ρόλο. Με την έννοια «μεταμόρφωση» εννοούσε πως μέσα στη μουσική θα πρέπει να υπάρχουν στοιχεία, που ακούγοντάς τα ένας ακροατής να μπορεί μέσα απο αυτά να αλλάξει κάτι μέσα του. Η μουσική του είχε μια υπόσταση «λυτρωτική», με την έννοια ότι η ίδια μας απελευθερώνει από το χωρόχρονο που ζούμε στην καθημερινότητά μας και μας οδηγεί σε άλλες ανώτερες περιοχές εμπειρίας. Πίστευε δηλαδή πως η μουσική πρέπει να διεισδύει στο εσωτερικό του ανθρώπου και να τον ταρακουνά, να τον καλυτερεύει.

Είχε για αυτόν μεγαλύτερο ενδιαφέρον μια τέχνη με καθαρτικό, «αλχημικό» χαρακτήρα, παρά μια τέχνη που έχει απλώς διακοσμητικό χαρακτήρα. Η τέχνη για τον ίδιο θα πρέπει να είναι ένα μέσο μετάλλαξης για τον άνθρωπο, να τη βιώνει και να αγγίζει την ψυχή του, να του δημιουργεί ερωτήματα και να τον προτρέπει να ερευνήσει, να τον ξυπνάει και να του αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά, κι όχι απλά να ικανοποιεί κάποιους πόθους του και να του «χαϊδεύει» τα αυτιά.

Την περίοδο, λοιπόν, 1955-56, ο Χρήστου αρχίζει να καλλιεργεί πιο συστηματικά αυτόν τον τρόπο σκέψης. Αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας είναι το έργο του «Μυστήριον». Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται στον Άδη, τον κόσμο της μεταθανάτιας ζωής, που στα αιγυπτιακά ονομάζεται «Tuat».

Ο ίδιος υποστήριζε πως «κάθε ζωντανή τέχνη εξακολουθεί να γεννά μια καθολική λογική που τροφοδοτείται από ένα σύνολο χαρακτηριστικών δράσεων». (Lucciano Anna - Martine: Γιάννης Χρήστου, έργο και προσωπικότητα ενός Έλληνα συνθέτη της εποχής μας, Μετάφραση - Επιμέλεια: Γιώργος Λεωτσάκος, Βιβλιοσυνεργατική Συν. Π.Ε., Αθήνα 1987, σελ.167)

Όταν λοιπόν εκτελείται μια δράση με σκοπό να εναρμονιστεί με την καθολική λογική μιας τέχνης, τότε η δράση αυτή ονομάζεται πράξη. Και όταν μια δράση εκτελείται για να ξεφύγει από την καθολική λογική αυτή είναι μια μετάπραξη. Ένα παράδειγμα που ο ίδιος δίνει είναι το εξής: όταν ένας αρχιμουσικός διευθύνει μια ορχήστρα, αυτό είναι μια πράξη, γιατί βρίσκεται μέσα στα πλαίσια της λογικής της τέχνης του. Εάν όμως του ζητήσουμε να τρέχει γύρω- γύρω, να μιλά, να ουρλιάζει, να χορεύει κ.λ.π., αυτό είναι μια μετάπραξη, γιατί δε συνδέεται απόλυτα με το «είναι» του.

Η μετάπραξη είναι μια παραβίαση ή μια επίθεση στη λογική και στο νόημα ενός συστήματος. Αλλά για να βιώσεις μια μετάπραξη, θα πρέπει πρώτα να έχεις καταλάβει βαθιά τη λογική της πράξης, διότι τα δύο αυτά αλληλοσυμπληρώνονται. Η ανακάλυψη της ιδέας της μετάπραξης θα παίξει ουσιαστικό ρόλο στη στάση του συνθέτη απέναντι στη μουσική.

Έτσι, λοιπόν, τα μουσικά ζητήματα αντιμετωπίζονται πλέον από τον συνθέτη με μια μυστικιστική σκοπιά και είναι εμπλουτισμένα με φιλοσοφικές χροιές και νοήματα.

Ο συνθέτης ήταν μαζί φιλόσοφος και καλλιτέχνης και αρνούνταν να διαχωρίσει την έννοια της μουσικής από εκείνη της φιλοσοφίας. Θεωρούσε ότι η μία ήταν ο εσωτερικός στοχασμός του ανθρώπου για το θέμα της ύπαρξης, ενώ η άλλη ήταν ένας ενεργητικός τρόπος εφαρμογής του προηγούμενου, με το εκφραστικό μέσο που προτιμούσε, τη μουσική. Επίσης, πίστευε ότι, για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα της «κάθαρσης», θα πρέπει η μουσική να εξελίσσεται σε ένα ασυνήθιστο για τον ακροατή επίπεδο, με σκοπό να δονήσει σε λεπτότερα επίπεδα. Έτσι χρησιμοποιεί στη μουσική του το παράλογο, το ονειρικό και το εξωλογικό στοιχείο.

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι ο Χρήστου (επηρεασμένος από τη «γιουνγκιανή» φιλοσοφία) συνέθετε τη μουσική του με βάση τις φιλοσοφικές αρχές της απελευθέρωσης του ατόμου και της εσωτερικής εξέλιξης του ανθρώπου. Υπήρξε ένας αξιόλογος ερευνητής της αλήθειας και τον χαρακτήριζε αυτοπειθαρχία και σοφία.

Τελειώνοντας παραθέτουμε μια προσωπική συμβουλή του Γιάννη Χρήστου για τον κόσμο:
«Σήμερα δεν έχουμε πια μύθους πραγματικούς και στον καθένα από εμάς απόκειται να ανακαλύψει ξανά τη φυσική των ψυχών μας γλώσσα, τους μύθους μας. Για το σκοπό αυτό, ίσως μερικές φορές χρειαστεί να «ξεκάνουμε» όλες τις άλλες γλώσσες, όλες τις άλλες μορφές επικοινωνίας που τις κληρονομήσαμε». (Γιάννης Χρήστου σελ.219)


Βιβλιογραφία:

1. Lucciano Anna - Martine: Γιάννης Χρήστου, έργο και προσωπικότητα ενός Έλληνα συνθέτη της εποχής μας, Μετάφραση - Επιμέλεια: Γιώργος Λεωτσάκος, Βιβλιοσυνεργατική Συν. Π.Ε., Αθήνα 1987

2. htttp://www.janichristou.org/biog.html
3. http://www.in.gr/musiccd/mcddsk.asp?mcdi=0005117
4. http://www.janichristou.org/christou.htm