Μπέλλα Μπάρτοκ, 1881-1945

Ο Μεγαλύτερος από τους Ούγγρους συνθέτες (μαζί με τον Ζόλταν Κόνταλι). Γεννήθηκε σε ένα μέρος της τότε Αυστροουγγαρίας, που ονομαζόταν Άγιος Νικόλαος. Όταν ο πατέρας του πέθανε, το 1888, η μητέρα του πήρε την οικογένεια αρχικά στην Ουκρανία, και έπειτα στη Σλοβακία. Από τους ιδεολογικούς υποστηρικτές της εθνομουσικολογίας, συνέθεσε αντλώντας έμπνευση από τα θέματα, τους τρόπους και την ρυθμική φρασεολογία της παραδοσιακής μουσικής της πατρίδας του.

Λόγου του τρόπου ζωής τους, ο Μπέλλα μεγάλωσε σχεδόν απομονωμένος από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, μέχρι την ηλικία των πέντε. Η βασική του διασκέδαση ήταν το να ακούει τη μητέρα του να παίζει πιάνο. Έτσι, ο ίδιος συνέθεσε τους πρώτους του χορούς στην ηλικία των εννιά. Λέγεται μάλιστα πως πολλές από τις μετακινήσεις της οικογένειας πραγματοποιήθηκαν σκόπιμα από τη μητέρα του, με σκοπό την όσο το δυνατόν πληρέστερη μουσική εκπαίδευση του γιου της.

Ο Μπάρτοκ όμως δεν περιορίστηκε στα μαθήματα πιάνου που έκανε με τους δασκάλους του. Έμαθε να συνθέτει μόνος του, διαβάζοντας παρτιτούρες γνωστών συνθετών, και άρχισε να συνθέτει μουσική δωματίου, επηρεασμένος από το στυλ του Μπραμς. Το 1899 άκουσε για πρώτη φορά το έργο του Ρίχαρντ Στράους «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» και άρχισε να αντιλαμβάνεται τις δυνατότητες και το εύρος της συμφωνικής μουσικής. Έτσι, το 1903, συνέθεσε το πρώτο μεγάλο έργο του, ένα συμφωνικό ποίημα αφιερωμένο στον Λάγιος Κοσούθ, Ούγγρο Ήρωα της επανάστασης του 1848.

Το 1904 και ενώ ο Μπάρτοκ είχε εγκατασταθεί στη Σλοβακία, άκουσε μια γυναίκα, ονόματι Λίντα Ντόσα, να τραγουδά ένα παραδοσιακό τραγούδι, με το όνομα «Κόκκινο Μήλο». Η στιγμή εκείνη, θα καθόριζε τελικά τις μουσικές κατευθύνσεις του Μπάρτοκ για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Την πλησίασε, και προσπάθησε να μάθει όλα τα παραδοσιακά τραγούδια που ήξερε. Δύο χρόνια μετά γνώρισε τον Ζόλταν Κόνταλυ, μια «δίδυμη ψυχή», θα λέγαμε, ο οποίος είχε το ίδιο πάθος με την εθνομουσικολογία. Μάλιστα, είχε ήδη αρχίσει να ανατρέχει την ύπαιθρο και να ηχογραφεί παραδοσιακές μελωδίες, χρησιμοποιώντας έναν κύλινδρο Έντισον. Λίγους μήνες μετά, ο Μπάρτοκ ξεκίνησε και αυτός την ίδια διαδικασία.

Σύντομα, ο Μπάρτοκ επεκτάθηκε και σε γειτονικές χώρες. Θα λέγαμε χαριτολογώντας, πως έγινε ένας από τους πρώτους και συνειδητούς «έθνικ» μουσικούς, χρόνια πριν το μουσικό ρεύμα αυτό γίνει μόδα. Έτσι, άρχισε να συλλέγει τραγούδια από Ρουμανία, Σλοβακία, Σερβία, Κροατία, Βουλγαρία και Τουρκία, φτάνοντας ακόμα και μέχρι τη βόρειο Αφρική. Κάθε του ταξίδι πλέον, ήταν μια αφορμή για εργασία πάνω στο αγαπημένο του αντικείμενο. Η καταγραφή και η επεξεργασία των μουσικών παραδόσεων του κόσμου, έγινε γι’ αυτόν έργο ζωής και θυσίασε γι’ αυτό μια σίγουρη και λαμπρή καριέρα ως μαέστρος μικρών συνόλων δωματίου, αλλά και μεγάλων ορχηστρών που ασχολούνταν με την ήδη καθιερωμένη κλασική μουσική.

Όσον αφορά τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, ο Μπάρτοκ ήταν «άθεος». Είχε επηρεαστεί βαθιά από τη σκέψη του Νίτσε. Μέσω της μουσικής του δεν αναζητούσε τις υψηλές μεταφυσικές ιδέες και την προσέγγιση της μετά θάνατον ζωής, όσο το να δώσει στους ανθρώπους μια πιο απλή και πρακτική φιλοσοφία ζωής, που ήταν περισσότερο κοντά στη Φύση. Ο ίδιος είχε πει κάποτε χαρακτηριστικά: «Αν ήταν να σταυρωθώ, θα το έκανα μόνο στο όνομα της Φύσης, της Τέχνης και της Επιστήμης».

Το 1909 ο Μπάρτοκ γνωρίζει τη γυναίκα του, τη Μάρθα Ζίγλερ, και ένα χρόνο μετά γεννιέται ο γιος τους. Προσπάθησε να τον κρατήσει όσο το δυνατόν μακρύτερα από τις καθολικές επιρροές που είχε και ο ίδιος στην παιδική του ηλικία.

Με τα έργα του ο Μπάρτοκ προσπάθησε να αποτυπώσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Τη δεκαετία του 20 ολοκλήρωσε το «Θαυμαστό Μανδαρίνο», μια ιστορία που αναφερόταν σε πορνεία, σε ληστείες και φόνους. Μετά την πρώτη παράστασή του το κοινό εξαγριώθηκε και οι επόμενες παραστάσεις ματαιώθηκαν.

Το παράδοξο με τον Μπάρτοκ είναι πως, ενώ ασχολήθηκε βαθιά με τη μουσική παράδοση της χώρας του και δούλεψε σκληρά όχι μόνο για την καταγραφή αλλά και για την εξέλιξη αυτής της μουσικής, στη χώρα του η δημοτικότητά του ήταν πεσμένη. Αντίθετα, στο εξωτερικό η φήμη του μεγάλωνε συνεχώς και κατείχε σημαντική θέση ανάμεσα στους μοντέρνους συνθέτες.

Το 1923, ο Μπάρτοκ χωρίζει την πρώτη του γυναίκα, Μάρθα, και παντρεύεται την Ντίτα Πάζστορυ. Μαζί της αποκτά ένα γιο, τον Πίτερ. Για χάρη του ο Μπάρτοκ συνέθεσε μία συλλογή από έξη κομμάτια για πιάνο, την οποία ονόμασε «Μικρόκοσμος».

Ο Μπάρτοκ, όπως και ο φίλος του, Κόνταλυ, είχαν ευαισθησία στις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας τους αλλά και διεθνώς. Συχνά ήρθαν σε κόντρα με την κυβέρνηση, με αποκορύφωμα την προσωρινή απομάκρυνσή τους από τη Μουσική Ακαδημία της Ουγγαρίας, το 1919, για πολιτικούς λόγους. Το 1930, αρνήθηκε να ακουστούν τα έργα του με οποιοδήποτε τρόπο ( ζωντανή εκτέλεση ή ραδιοφωνική αναμετάδοση ) τόσο στη Ναζιστική Γερμανία όσο και στη Φασιστική Ιταλία. Το 1931, η Γαλλική Κυβέρνηση τον τίμησε με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής, ο Μπάρτοκ όμως αρνήθηκε να παραβρεθεί στην τελετή απονομής, γιατί θα έπρεπε να παραλάβει το μετάλλιο από τον δικτάτορα της Ουγγαρίας, τον Στρατηγό Χόρθυ.

Σταδιακά, τα ερεθίσματα του Μπάρτοκ για σύνθεση άρχισαν να πηγάζουν από το εξωτερικό, κυρίως από την Αμερική και την Ελβετία. Έτσι, έγραψε κομμάτια κατόπιν ενθάρρυνσης του Ελβετού μαέστρου Πωλ Σάτσερ, ο οποίος αργότερα ανέλαβε την εκτέλεσή τους. Ακόμα και ο Τζαζ κλαρινετίστας Μπένυ Γκούντμαν εντυπωσιάστηκε από τη δουλειά του και του ζήτησε να γράψει σονάτες για κλαρινέτο, πιάνο και βιολί.

Καθώς η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη χειροτέρευε και ο Μπάρτοκ γινόταν όλο και πιο συχνά στόχος πολιτικών προσώπων, αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αμερική, το 1940. Ο μικρότερος γιός του Πίτερ τον ακολούθησε το 1942, και λίγο πριν το τέλος του πολέμου κατατάχθηκε στο Αμερικανικό ναυτικό. Στην Αμερική, ο Μπάρτοκ είχε την ευκαιρία να μελετήσει εκτενέστερα τις λαϊκές παραδόσεις του κόσμου, μέσα από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης.

Τα χρόνια που πέρασε ο Μπάρτοκ στη Νέα Υόρκη σημαδεύτηκαν από τη δύσκολη οικονομική του κατάσταση. Όταν αρρώστησε από λευχαιμία, η Αμερικάνικη ένωση συνθετών πλήρωσε τα έξοδα της νοσηλείας του. Επίσης, για την οικονομική του ενίσχυση, ο Μαέστρος Φρίτζ Ρέινερ και ο βιολιστίς Γιόζεφ Ζιγκέτι, έπεισαν το συνθέτη Σεργκέι Κουζεβίζκυ να παραγγείλει ένα ορχηστικό κομμάτι από τον Μπάρτοκ. Έτσι γεννήθηκε το πιο φημισμένο έργο του Μπάρτοκ, το κονσέρτο για ορχήστρα ( 1943 ). Την επόμενη χρονιά ο Μπάρτοκ έγραψε μία σονάτα για σόλο βιολί, ειδικά για τον βιολονίστα Γιεχούντι Μενουχίν. Ακολούθησαν άλλα δύο έργα, ένα κονσέρτο για πιάνο και ένα κονσέρτο για βιόλα, τα οποία έμειναν και τα δύο ημιτελή, λόγω του θανάτου του συνθέτη.

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1945, ο Μπάρτοκ πέθανε σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, με τη γυναίκα του Ντίτα και το γιο του Πίτερ στο πλευρό του. Η σωρός του παρέμεινε σε νεκροταφείο της Νέας Υόρκης μέχρι το 1988 και την κατάρρευση του κομμουνισμού. Τότε, ο γιος του Πίτερ μετέφερε τη σωρό του στη Βουδαπέστη και αποκατέστησε το όνομα του πατέρα του. Σήμερα, ο Μπάρτοκ θεωρείται ο σημαντικότερος συνθέτης της Ουγγαρίας και τα έργα του έχουν μεγάλη σημασία για τους φίλους της σύγχρονης μουσικής.


Πηγές :

www.bbc.co.uk
www.harvardsquarelibrary.org
www.uua.org
www.sfsymphony.org