Ραβί Σανκάρ, (Ravi Shankar)

Ravi Shankar (Ραβί Σανκάρ) γεννήθηκε στην ιερή ινδική πόλη Varanasi στις 7 Απριλίου 1920. Εκτός από τον πατέρα του που ήταν διαπρεπής δικηγόρος και ανώτατος διοικητικός υπάλληλος σε πριγκηπικό κράτος, η οικογένειά του είχε καλλιτεχνική «φλέβα». Τα αδέρφια του ήταν διάσημοι καλλιτέχνες. Ο μεγαλύτερος αδερφός του, Uday Shankar ήταν διάσημος χορευτής σ΄ όλο τον κόσμο και εξίσου διάσημοι ήταν και οι άλλοι δύο, ο Sachin Shankar και ο Rajendra Shankar. Ο ίδιος, προτού δοθεί ολοκληρωτικά στο σιτάρ, ήταν χορευτής μαζί με το μεγάλο του αδερφό.

 

Ο διεθνούς φήμης βιρτουόζος σιταρίστας και συνθέτης, ήταν ο πρώτος που έκανε την ινδική μουσική γνωστή σε όλο τον κόσμο. Από το 1938 μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Ινδό μουσικό Ustad Allauddin Khan, του οποίου την κόρη Annapurna παντρεύτηκε αργότερα. Το 1957 πραγματοποίησε την πρώτη του περιοδεία στις ΗΠΑ. Το 1962 ίδρυσε την Kinnara School of Music στη Βομβάη.

 

Το 1965 και για λίγους μήνες, δίδαξε το σιτάρ στον George Harrison των Beatles, και πρώτοι αυτοί χρησιμοποίησαν το όργανο αυτό στις ηχογραφήσεις τους. Έκτοτε ο ήχος του σιτάρ χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο διάστημα από τα rock συγκροτήματα. Η επιτυχία της περιοδείας του Shankar στις ΗΠΑ το 1967 ήταν τόσο μεγάλη που κλήθηκε να δημιουργήσει μουσικά τμήματα με φοιτητές σε σημαντικά αμερικανικά κολέγια και πανεπιστήμια. Έτυχε επίσης μεγάλης αναγνώρισης στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στο Παρίσι αλλά και στην Αγγλία.

 

Έχοντας ένα ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα ο συνθέτης, από το 1980 και μετά ερεύνησε την πιθανότητα να συνδυάσει την ινδική μουσική με τον ηλεκτρονικό ήχο. Παρόλα αυτά δε σταμάτησε να συνθέτει παραδοσιακή ινδική μουσική. Όμως η περίοδος της μαθητείας του κοντά στον Allauddin Khan στάθηκε γι αυτόν ο σημαντικότερος σταθμός στη ζωή του και σημάδεψε ανεξίτηλα την ψυχή του.

 

Με τον μετέπειτα δάσκαλό του συνεργάζονταν μουσικά στις περιοδείες στις ΗΠΑ, όπως επίσης και με το γιο του Ali Akbar Khan. Η μητέρα του Shankar, τον είχε παραδώσει στον Allauddin Khan να τον έχει σα γιο του, και ο τελευταίος του έδωσε την αγάπη ενός πατέρα στο παιδί του, δεδομένου ότι οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του πραγματικού του γιου τον κρατούσαν χωριστά. Ο Shankar έτρεφε μεγάλο σεβασμό και αγάπη για τον μέντορά του, αν και συχνά είχε να αντιμετωπίσει τον ιδιόμορφο χαρακτήρα του. Είχε ξαφνικές και αναίτιες (κατά τη γνώμη του) εκρήξεις θυμού και ήταν ιδιαίτερα αυστηρός και ασυμβίβαστος όταν επρόκειτο για την τέχνη του. Κάποια στιγμή έφυγε από την Αμερική και επέστρεψε στην Ινδία σε ένα χωριό ονόματι Maihar. Ως μεγάλος δάσκαλος διέκρινε το ακατέργαστο στην πραγματικότητα ταλέντο του Ravi και τον κάλεσε να έρθει να μείνει μαζί του για να τον διδάξει. Ο Ravi τότε είχε αποκτήσει μεγάλη επιτυχία και τεράστια φήμη διοχετεύοντας βέβαια τις ικανότητές του με τρόπο ώστε να γίνεται η ινδική μουσική όλο και πιο αγαπητή στον κόσμο, αλλά αγνοούσε παράλληλα το πραγματικό βάθος του ταλέντου του. Έτσι προτίμησε να συνεχίσει την καριέρα του στο εξωτερικό ενώ ταυτόχρονα συνεργαζόταν με τον αδερφό του. Μέσα του όμως είχε αρχίσει να σχηματίζεται η ιδέα του να δοθεί ολοκληρωτικά στη μουσική με τον τρόπο που πρότεινε ο δάσκαλός του.

 

Καταλυτικό ρόλο στην επιλογή του αυτή έπαιξε τελικά ο θάνατος της μητέρας του, την οποία είχε να δει χρόνια, από τότε που τον παρέδωσε στο δάσκαλό του. Το γεγονός λύπησε πολύ τον ίδιο και τον αδερφό του. Γύρισαν στην Ινδία για να προσφέρουν τις νεκρώσιμες τιμές στη μητέρα τους και εκεί ο Ravi αποφάσισε να εκτελέσει τη θρησκευτική τελετή κατά την οποία ένα αγόρι εισέρχεται στη βραχμανική θρησκεία, έστω κι αν ήταν μεγαλύτερος από 12 ετών (δεδομένου ότι η τελετή αυτή γίνεται σε ηλικία από 7 έως 12 ετών). Μετά από την απαραίτητη νηστεία και την αποχή από υλικά πράγματα για δύο μήνες, ο Ravi αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του δασκάλου του. Εγκαταστάθηκε στo Maihar και ξεκίνησε την εκπαίδευσή του.

 

Ήταν μια δύσκολη περίοδος για το νεαρό που είχε συνηθίσει στην πολυτέλεια της Δύσης και στους ήχους των πόλεων, να ζει σχεδόν ασκητικά μέσα στην ησυχία της υπαίθρου. Σαν παιδί εξάλλου είχε μια άνετη ζωή στην οποία δεν γνώρισε την έννοια της τιμωρίας, αν και ήταν ζωηρός. Κοιμόταν σε κρεβάτι φτιαγμένο από μπαμπού και σχοινί από καρύδες, ξυπνούσε στις 4 το πρωί, πλενόταν πρόχειρα, έπαιρνε ένα ιδιαίτερα λιτό πρόγευμα και ξεκινούσε τη μελέτη με ασκήσεις που δοκίμαζαν την υπομονή του. Στις 6 έκανε ένα λουτρό και μετά πήγαινε να συναντήσει το δάσκαλό του για το μάθημα.

 

Δεν ήταν όμως μόνο αυτές οι δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει. Ο Allauddin Khan είχε ιδιόμορφο χαρακτήρα και στη μελέτη ήταν τόσο αυστηρός που κάποιες φορές χτυπούσε τους μαθητές του. Όταν κάποια μέρα ο Ravi δε μπόρεσε να εκτελέσει σωστά τις οδηγίες του, εκείνος τον ειρωνεύτηκε νευριασμένος, λέγοντάς του να πάει να φορέσει γυναικεία βραχιόλια αφού οι καρποί των χεριών του δεν είχαν δύναμη. Ο Shankar τότε θύμωσε και έφυγε. Μάζεψε τα πράγματά του, πήγε στο σταθμό και έβγαλε εισιτήριο για το τρένο. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια γι αυτόν: μόλις είχε χάσει το τρένο και περίμενε το επόμενο. Ο γιος του δασκάλου του και φίλος του Ali Akbar τον πρόλαβε στο σταθμό και τον έπεισε να γυρίσει και να μιλήσει με τον πατέρα του, λέγοντάς του ότι είναι ο μόνος στον οποίο δεν είχε σηκώσει ποτέ χέρι. Τον ίδιο, σα γιο και μαθητή του, κάποτε τον έδενε κάθε μέρα για μια εβδομάδα σε ένα δέντρο, τον χτυπούσε και του αρνιόταν την τροφή επειδή δεν έδειχνε ικανοποιητική πρόοδο στις μελέτες του! Ο Ravi γύρισε στο σπίτι και μίλησε με το δάσκαλό του ο οποίος του είπε : « Σε ενόχλησε τόσο πολύ που σου είπα να φορέσεις τα βραχιόλια ώστε αποφάσισες να φύγεις; Θυμάσαι στην αποβάθρα στη Βομβάη που η μητέρα σου σε παρέδωσε σε μένα να σε φροντίζω; Εγώ τότε σε δέχτηκα σα γιο μου κι εσύ θέλεις έτσι να σπάσεις αυτή τη σχέση ; ». Έκτοτε ο Ravi δεν εγκατέλειψε ποτέ το δάσκαλό του και παραδέχεται πως όταν ήταν νευριασμένος μαζί του ξεσπούσε σε άλλο μαθητή.

 

Η σκληρή εκπαίδευσή του τον έκανε να σκεφτεί ότι ξεπλήρωνε 8 χρόνια υλιστικής διαβίωσης στη Δύση. Ένα πρόβλημα που είχε ήταν ότι τα χέρια του δεν ακολουθούσαν τη μουσική που είχε στο νου του και αυτό επειδή του έλειπε η πρακτική εξάσκηση. Όταν κατάφερε να βελτιωθεί, τότε ο δάσκαλός του εμπνεόταν και το μάθημα από μισή ώρα κάθε μέρα πολλές φορές έφτανε τις 4 ώρες! Η διδαχή δεν γινόταν με χρήση του σιτάρ από πλευράς δασκάλου, αλλά ο δάσκαλος παρέδιδε τις μελωδίες με τη φωνή. Επίσης δεν υπήρχαν γραπτές σημειώσεις, εκτός από ελάχιστες επισημάνσεις και όλα σχεδόν έπρεπε να απομνημονευθούν!

 

Η ψυχαγωγία του Shankar περιοριζόταν σε περιπάτους κατά μήκος του ποταμού η στη βουνοπλαγιά με τη συντροφιά του Ali στον οποίο διηγούταν τις περιπέτειές του στην Ευρώπη.

 

Όταν είχε σημειώσει αρκετή πρόοδο, ο δάσκαλος δίδασκε και τους τρεις μαζί, Ravi, Ali και Annapurna. Συχνά στη διάρκεια της διδασκαλίας και μέσω του τραγουδιού έφταναν όλοι σε σημείο να ξεχνούν την επιρροή του χρόνου και να βιώνουν με ιερό τρόπο την ομορφιά της μουσικής.

 

Στις 7 Απριλίου 2000 ο Ravi Shankar έκλεισε τα 80 χρόνια του και η γυναίκα του φρόντισε για την ειδική τελετή που τελείται στο 60ό, 80ό και 100ό έτος κάποιου. Τελείται από τρεις ή τέσσερις ιερείς και μεταξύ άλλων προσεύχονται για καλή υγεία. Φαίνεται να ταιριάζει κάπως με την αιγυπτιακή τελετή του Ιωβηλαίου που τελούνταν κάθε 30 χρόνια από τους Φαραώ.

 

Ο Ravi Shankar φροντίζει να μεταβιβάσει την παραδοσιακή ινδική μουσική σε νέους μαθητές ώστε να διατηρηθεί στους καιρούς που έχουν έρθει και απειλούν κάθε τι με αξίες και ηθικό ύψος. Η εκπαίδευση που έλαβε, όσο σκληρή και αν φαίνεται σε ένα δυτικό παρατηρητή, ήταν το εργαλείο που εξάγνισε την προσωπικότητά του, επιτρέποντας στο ανήσυχο πνεύμα του να εκφραστεί αφήνοντας σημαντική μουσική κληρονομιά στο μέλλον.


ΠΗΓΕΣ

My music My life/Raga Mala
Ravi Shankar/Great Master Ravi Shankar.htm
Ravi Shankar/Genesis Publications Ravi Shankar Interview.htm