Το αρχαίο δράμα δεν ήταν για τους Αθηναίους απλώς θέμα ψυχαγωγίας. Είχε πρωταρχικά θρησκευτικό χαρακτήρα, επειδή στην τελική ανάλυσή του ήταν λατρεία και σεβασμός για το θεό Διόνυσο. Γι’ αυτό στις γιορτές η παρουσίαση και η διδασκαλία των δραμάτων γίνονταν προς τιμήν του θεού αυτού.  Με την τραγωδία συνδέονται τρεις γιορτές: 
1. Τα Λήναια
2. Τα Αγροτικά Διονύσια και 
3. Τα Εν Άστυ Διονύσια ή Μεγάλα Διονύσια

ελληνικο θεατρο, ΝΕΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Τα Λήναια λάβαιναν χώρα το χειμώνα (Γενάρη-Φλεβάρη). Γι’ αυτό και οι θεατές ήταν σχεδόν αποκλειστικά Αθηναίοι, μιας και ο χειμώνας εμπόδιζε μακρινούς επισκέπτες. Τα Αγροτικά Διονύσια δεν είχαν κάποια ξεχωριστή σημασία για την τραγωδία, επειδή συνήθως σ’ αυτά διδάσκονταν έργα που είχαν επιτυχία στα Εν Άστυ Διονύσια. Τα τελευταία ήταν η πιο λαμπρή γιορτή προς τιμήν του Διονύσου. Γίνονταν την άνοιξη και συγκέντρωναν στην Αθήνα πολλούς επισκέπτες, Έλληνες και ξένους. Άλλωστε η Αθήνα, τον 5ο κυρίως αιώνα, ήταν το πνευματικό και πολιτισμικό κέντρο του Ελληνισμού. Τα μεγάλα Διονύσια διαδραμάτιζαν επίσης ένα ρόλο πολιτικής εξισορρόπησης στην Αθήνα. Ήταν μια γιορτή στην οποία συμμετείχαν και συνέβαλαν όλοι, τόσο η αριστοκρατία όσο και ο λαός. Με τη λειτουργία της χορηγίας, που ήταν μια μορφή έμμεσης φορολογίας των οικονομικά εύρωστων, χρηματοδοτούνταν οι παραστάσεις διθυράμβων και δράματος.

Η πολιτεία τιμούσε τους νικητές χορηγούς δίνοντας τους ως βραβείο έναν τρίποδα και φρόντιζε να καταγραφούν τα ονόματά τους σε επίσημους καταλόγους. Συνολικά θεωρούμενο το θέατρο, παρόλο που διαμορφώνεται στην εποχή των τυράννων, τράφηκε απ’ τη δημοκρατία και άκμασε όσο άκμασε η δημοκρατία. Αυτή καθόρισε τον τρόπο λειτουργίας του και το βοήθησε να ακμάσει σχεδόν μέσα σ’ έναν αιώνα ωθώντας το έτσι να διαγράψει τροχιά παράλληλη με το ίδιο το πολίτευμα. Οι Αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν στα όργανα της νομοθετικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Ταυτόχρονα, εντός του θεάτρου, βίωναν τη συλλογικότητα της δραματουργίας καθώς ασκούνταν στην αντιπαράθεση ιδεών, στο διάλογο και την επικοινωνία. 

Η ίδια η πολιτεία με τη συμμετοχή της αναγνώριζε τόσο την αισθητική όσο και την εκπαιδευτική αξία της θεατρικής τέχνης. Το δράμα άνθησε και έφτασε σε ύψη τελειότητας στην Αθήνα του 5ου αι. ακριβώς επειδή δεν ήταν περιθωριακή ή τυχαία κοινωνική δραστηριότητα προς τέρψιν εξίσου τυχαίων θεατών. Κατείχε κεντρική θέση στις σκέψεις και τις δαπάνες μιας συμπαγούς κοινωνίας. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το αττικό δράμα, τελικά, δεν ήταν μόνο μια μορφή τέχνης, όπως στη σημερινή εποχή, αλλά ένας κοινωνικός θεσμός. Πραγματώνεται λοιπόν η σύνδεση του τραγικού είδους με την πολιτική άνθηση, όταν ο ίδιος λαός συσπειρωμένος, όπως και στο θέατρο, γίνεται ρυθμιστής των πεπρωμένων του. Έτσι πιθανώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη θέση που κατέχουν στις ελληνικές τραγωδίες τα μεγάλα εθνικά προβλήματα του πολέμου, της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της φιλοπατρίας αλλά και οι διαμάχες γύρω απ’ τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα. Τα δεδομένα του ηρωικού έπους αποδίδονταν στο θέατρο του Διονύσου κάτω απ’ το άγρυπνο πνεύμα των θεών και με την έγνοια για την κοινότητα. 

Έτσι κάθε θεατρική παράσταση, είτε τραγωδία είτε κωμωδία, απηχεί ένα συγκεκριμένο πολιτικό κλίμα. Ο κάθε Αθηναίος είχε δικαίωμα να παρακολουθεί τις παραστάσεις. Το ίδιο δικαίωμα είχαν και οι μέτοικοι (ξένοι που ζούσαν μόνιμα στην Αθήνα) αν αγόραζαν εισιτήρια μέσω κάποιου Αθηναίου πολίτη. Τις παραστάσεις παρακολουθούσαν άνδρες και γυναίκες. Ως προς τις θέσεις, γνωρίζουμε ότι άντρες και γυναίκες κάθονταν μαζί κατά οικογένειες, επειδή κάποτε υπήρξε πρόταση να κάθονται χωριστά κατά φύλο. Ωστόσο, οι θεατές δεν μπορούσαν να καθίσουν όπου ήθελαν, επειδή υπήρχαν διακρίσεις. Υπήρχε κατ’ αρχάς η προεδρία, τιμητικές θέσεις στους ξένους πρεσβευτές, στους ιερείς, στους εννέα άρχοντες, στους δέκα στρατηγούς, στους κριτές των θεατρικών παραστάσεων, στα παιδιά όσων έπεσαν στους πολέμους για την πατρίδα και σε εξαίρετους πολίτες. Οι υπόλοιπες θέσεις ήσαν πάλι χωρισμένες ανάλογα με τις κοινωνικές τάξεις, το φύλο, την καταγωγή (ντόπιοι, ξένοι κ.τ.λ.).

Οι θεατές φορούσαν στεφάνια και στα πέτρινα εδώλια τοποθετούσαν μαξιλάρια. Δεν υπήρχαν ερεισίνωτα (στηρίγματα για την πλάτη) εκτός απ’ τα πρώτα προεδρικά καθίσματα. Οι θέσεις ορίζονταν με κοκάλινα κέρματα.  Αρχικά η είσοδος των πολιτών στα θέατρα ήταν δωρεάν. Έτσι λοιπόν οι θεατές, εφοδιασμένοι με το δωρεάν εισιτήριο, προσέτρεχαν στο θέατρο του Διονύσου πρωί-πρωί, επειδή οι παραστάσεις άρχιζαν το πρωί και τελείωναν αργά το απόγευμα. Για μια τέτοια ολοήμερη εξόρμηση οι θεατές έπρεπε να είναι καλά προετοιμασμένοι. Πριν ξεκινήσουν για το θέατρο έτρωγαν ένα καλό πρόγευμα. Πήγαιναν στο θέατρο στεφανωμένοι, χρησιμοποιούσαν μαξιλάρια και φορούσαν σκιάδια για να προστατεύονται απ’ τη ζέστη. Έφεραν μαζί τους κρασί και τραγήματα (ξηρούς καρπούς, καρύδια, σταφίδες, σύκα, κουκιά, ρεβίθια κ.τ.λ.).

Ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι οι θεατές έτρωγαν πιο πολλά τραγήματα όταν οι ηθοποιοί δεν ήταν καλοί. Με την είσοδο ελεύθερη και με το θρησκευτικό αλλά και πολιτικό χαρακτήρα των παραστάσεων είναι εύκολο να φανταστούμε τι συνέβαινε έξω και μέσα στο θέατρο του Διονύσου με τις 20.000 θέσεις θεατών. Υπήρχε αταξία, πολλοί έπαιρναν τα καθίσματα απ’ το βράδυ! Υπήρχαν ακόμη και παράπονα ότι οι ξένοι έπαιρναν τις καλύτερες θέσεις. Για τους λόγους αυτούς το κράτος αποφάσισε να επέμβει θεσπίζοντας το θεσμό του εισιτηρίου. Η είσοδος ορίστηκε σε δύο οβολούς για όλη την ημέρα, εκτός απ’ τις πρώτες σειρές των καθισμάτων. Οι φτωχοί όμως πολίτες άρχισαν να παραπονιούνται, επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν το τίμημα της εισόδου.  Έτσι, λόγω του ότι δεν είχαν όλοι οι πολίτες τη δυνατότητα να πληρώνουν και καθώς το θέατρο θεωρούταν μέσο υψηλής πνευματικής καλλιέργειας, το ποσό για το εισιτήριο του θεάτρου (θεωρικά) δινόταν απ’ το κράτος στους πιο φτωχούς. 


Ο Περικλής, θεωρώντας ότι το θέατρο ήταν το σχολείο του λαού και ότι η τραγωδία είχε εκπαιδευτικό χαρακτήρα, καθιέρωσε τα θεωρικά να δίνονται σ’ όλους τους πολίτες αδιακρίτως οικονομικής κατάστασης. Τα θεωρικά χρήματα, θεσμός ο οποίος διατηρήθηκε έως το 338 π.Χ., έβγαιναν απ’ το θεωρικό ταμείο, έσοδα του οποίου ήταν τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού. Το ταμείο αυτό απέκτησε τόση μεγάλη σημασία και οικονομική ευρωστία, ώστε διορίστηκε και ειδικός «υπουργός» για τη διαχείριση του. Ψηφίστηκε μάλιστα και νόμος που απαγόρευε να χρησιμοποιούνται τα χρήματα αυτά για άλλους σκοπούς, ακόμη και για στρατιωτικές δαπάνες. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που έκτακτες ανάγκες απαιτούσαν χρήματα, το κράτος επέβαλλε φορολογίες κυρίως στους πλούσιους. Τα θεωρικά χρήματα έμεναν άθικτα! Στην ουσία τα χρήματα αυτά δεν δίνονταν στους θεατές αλλά στον ενοικιαστή του θεάτρου, το θεατρώνη ή θεατροπώλη όπως λεγόταν. Αυτός έδινε ένα είδος εισιτηρίου, το σύμβολο, στους πολίτες και ήταν επίσης υπεύθυνος για την καλή συντήρηση του θεάτρου, των μηχανημάτων και της σκευής των ηθοποιών.  Την τάξη εντός του θεάτρου τηρούσαν οι «ραβδούχοι» (αστυνομικοί υπάλληλοι).

Κείμενο: Αναστασία Βασιλειάδου


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Δραματική ποίηση Α΄ Γυμνασίου, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 2003
- Ιστορία των Αρχαίων Ελληνικών Χρόνων Α` Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2003
- Εγκυκλοπαίδεια Μαλλιάρης Παιδεία, Πήγασος Εκδοτική Α.Ε.
- Εγκυκλοπαίδεια Παιδεία τ.5
- Ιστορία του Ελ. Έθνους. Κλασσικός Ελληνισμός τ.2, Εκδοτική Αθηνών .ΑΕ.
- Μυστηριακό Θέατρο, Η Αρχαιοελληνική Τραγωδία, Εκδόσεις Νέα Ακρόπολη 

INTERNET

- http://www.2fhw.gr/chronos/05/gr/economy
- http://www.el.wikipedia.org/wiki/Μέτοικος - http://www.theatroedu.gr